ΕΘΝΟΣ-ΚΡΑΤΟΣ: Ένα ιστορικό φαινόμενο (2)- Η περίπτωση της Ελλάδας

Image

Η Ελληνική , λοιπόν επανάσταση δε διέφερε ως προς αυτό , από τις αντίστοιχες επαναστάσεις και κινήματα που σημειώθηκαν σε μια σειρά χωρών αυτό το διάστημα. Βεβαίως πραγματοποιήθηκε σε συνθήκες Οθωμανικής κατάκτησης με ηγετική δύναμη την ελληνόφωνη χριστιανική αστική τάξη .

Ήταν επομένως εθνικοαπελευθερωτική στη μορφή και αστικοδημοκρατική στο περιεχόμενο [1]

Ο 18ος αιώνας υπήρξε μια περίοδος , όπου η ελληνική αστική τάξη σημείωσε πρωτόγνωρη ανάπτυξη . Σε αυτό συνέβαλαν μια σειρά παράγοντες . Με την κατάληψη της Πελοποννήσου το 1715 , ολοκληρώνεται η πολιτική εικόνα του Ελληνισμού κάτω από τους Τούρκους . Η εποχή των συνεχών πολέμων στα Βαλκάνια , που παρέλυαν την οικονομική ζωή , έχει περάσει . Η σχετική ειρήνη ευνοεί τη σταθερή εγκατάσταση στην Ανατολή του ευρωπαϊκού εμπορίου , που τώρα περνά σχεδόν ολοκληρωτικά στα χέρια των δύο μεγάλων εμπορικών δυνάμεων της εποχής , της Γαλλίας και της Αγγλίας . Ένα άλλο φαινόμενο , σημαντικό για τον ελληνισμό είναι ο μετατοπισμός σ’ αυτήν την εποχή της εμπορικής δραστηριότητας από τις νότιες και νοτιοανατολικές περιοχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας προς τις βορειότερες και δυτικότερες ( δηλ. Μ. Ασία και τα Βαλκάνια ) , όπου βρίσκεται η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων . Η άνοδος του εξωτερικού εμπορίου των Δυτικών συμβάλλει στην ανάπτυξη του εσωτερικού εμπορίου στα Βαλκάνια , όπου βρίσκεται σχεδόν καθ’ ολοκληρίαν στα χέρια των Ελλήνων και στην Ανατολή που το μοιράζονται με τους Αρμένιους . Ο Ελληνικός εμπορικός στόλος που ως τις αρχές του 18ου αιώνα περιορίζονταν στην ακτοπλοΐα , αυξάνεται σε αριθμό και χωρητικότητα .

Δυο σταθμοί είναι σπουδαιότεροι σ’ αυτήν την εξέλιξη : η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) , όπου μ’ αυτήν η Ρωσία εξασφαλίζει απ’ την Πύλη την προστασία των ορθόδοξων υπηκόων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και την άδεια να ταξιδεύουν οι Έλληνες με ρώσικη σημαία και οι πόλεμοι της Γαλλικής επανάστασης και του Ναπολέοντα , όταν τα ελληνικά πλοία διασπούν τον αγγλικό αποκλεισμό και επισιτίζουν τη Γαλλία και τις κατεχόμενες χώρες .

Η εμπορική δραστηριότητα συμβάλλει στην άνοδο της παραγωγής στη χώρα . Επιπλέον , οι μορφές της οικονομίας αναπτύσσονται . Η βιοτεχνία τείνει να αποσπαστεί από την οικιακή οικονομία , δημιουργούνται βιοτεχνίες και εμπορικές συντροφιές αληθινές μετοχικές εταιρίες , που εφαρμόζουν την αρχή της συνεργασίας κεφαλαίου κι εργασίας για να αντιμετωπίσουν την έλλειψη μεγάλων κεφαλαίων[2] . Το χρήμα έπαψε πια να αποθησαυρίζεται και άρχισε σταδιακά να κυκλοφορεί και να επενδύεται στο εμπόριο , στης τράπεζες στη βιοτεχνία κ. α. .

Κατά τα τέλη του 18ου αιώνα η Ελληνική αστική τάξη , πέραν της οικονομικής δύναμης , οπλίστηκε ακόμη με ιδεολογία και πολιτικό πρόγραμμα , που άντλησε από το Διαφωτισμό και τη Γαλλική Επανάσταση . Τα εμπορικά – βιοτεχνικά κέντρα των Ελλήνων αποτελούσαν πνευματικά φυτώρια , όπου συντελέστηκε η εθνική αφύπνιση , μετατρέποντας το « χριστιανικό γένος των Ρωμαίων » σε Ελληνικό έθνος .Στην εθνική συνειδητοποίηση προστέθηκε σε μια πορεία και η επαναστατική ψυχολογία[3] .

Ήδη από το 1792 οι γαλλοελληνικοί δεσμοί συσφίγγονται . Στη διάρκεια των χρόνων 1795 και  1796 η ελληνική σημαία είναι δεύτερη ή τρίτη στο λιμάνι της Μασσαλίας , όπου η ελληνική παροικία αποκτά σημασία . Τότε γίνεται για πρώτη φορά λόγος για « Ανεξάρτητους Έλληνες ». Η κατοχή των νησιών του Ιονίου με τη συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο 1797 και το ενδιαφέρον του Ναπολέοντα για την Ανατολή κατεύθυνε την Ναπολεόντεια πολιτική προς την ιδέα μιας ανεξάρτητης Ελλάδας προστατευόμενης από τη Γαλλία[4] .

Η πρώτη συνέπεια όλη αυτής της Γαλλικής δραστηριότητας ήταν το στερέωμα της εθνικής συνείδησης , όπου κέρδιζε ολοένα και περισσότερο τα πλήθη και αφυπνιζόταν μέσα στους κύκλους των αγροτών . Το κίνημα του Ρήγα Φεραίου και η αγροτική εξέγερση της Θεσσαλίας με τον Ευθύμιο Βλαχάβα ( 1808 -1809) συνδέονταν με τη Γαλλική πολιτική. Ο Ρήγας (1757-1798) διαμορφωμένος στο πνεύμα της Γαλλικής Επανάστασης κι έχοντας σχέσεις με το Διευθυντήριο , είναι ο πρώτος που συνέλαβε και οργάνωσε ένα εθνικό κίνημα των Βαλκανίων με καθορισμένους πολιτικούς στόχους. Ονειρεύεται να ελευθερώσει όχι μόνο τους Έλληνες , αλλά όλους τους Βαλκανικούς λαούς και τους ίδιους ακόμα τους Τούρκους μέσα σε μια Βαλκανική Δημοκρατία , που σχεδιάζει το χάρτη της και το Σύνταγμά της , εμπνευσμένο από το Γαλλικό Σύνταγμα του 1793[5]

Τα προχωρημένα στοιχεία της αστικής τάξης και οι προοδευτικοί διανοούμενοι συνέχιζαν το οργανωτικό έργο του Ρήγα. Κατά το παράδειγμα των μυστικών εταιρειών της Ευρώπης , σχηματίστηκαν ανάλογες Ελληνικές εταιρείες , όπως το Ελληνόγλωσσων Ξενοδοχείων ( Παρίσι 1809 ) , η Φιλόμουσος Εταιρεία (Αθήνα 1812) , όπου με το πρόσχημα ότι προετοίμαζαν την πολιτισμική ανάπτυξη των Ελλήνων προετοίμαζαν την Εθνική Επανάσταση . Σπουδαιότερη ήταν η Φιλική Εταιρεία που ιδρύθηκε στην Οδησσό το 1814 . Η Εταιρεία άπλωσε τη δραστηριότητά της σ’ όλες τις ελληνικές παροικίες της Ευρώπης και σ’ όλη την Ελλάδα[6] . Στις γραμμές της εντάχθηκαν πολλοί σημαίνοντες έμποροι και τραπεζίτες (Α. Κροκίδας και Εμμ. Παππάς αντίστοιχα ), εφοπλιστές όπως οι ( Κουντουριώτης και Μεξής )[7]κ. α.

Στην παραμονή της Επανάστασης , η ηγεσία της Εταιρείας περνά στους συντηρητικούς , ο πρίγκιπας Αλέξανδρος Υψηλάντης , αξιωματικός στη ρωσική υπηρεσία ονομάζεται ανώτατος αρχηγός της το (1820) . Ωστόσο , η επαναστατική ομάδα , επωφελούμενη από τις ευνοϊκές συνθήκες – εξεγέρσεις των πασάδων της Ασίας , εξέγερση του Αλή των Ιωαννίνων κατά της Πόλης ( 1820 ) , εξεγέρσεις στην Ιταλία και την Ισπανία – κατόρθωσε να διαλύσει τους δισταγμούς και να κηρύξει την Επανάσταση . Οι δυνάμεις που διέθετε η Εταιρεία για να αναπτύξει στην εξασθενημένη Οθωμανική αυτοκρατορία δεν ήταν ευκαταφρόνητες : ο Ελληνικός πληθυσμός στην αρχή του 19ου αιώνα ξεπερνούσε τα 3 εκατομμύρια , τα πλούτη που είχαν συγκεντρώσει οι τραπεζίτες του εξωτερικού και οι εφοπλιστές των νησιών του Αιγαίου μπορούσαν να ανταποκριθούν στις πρώτες ανάγκες , οι κλέφτες κι οι αρματολοί και οι άλλες ένοπλες δυνάμεις υπολογίζονταν σε πολλές δεκάδες χιλιάδες σημαντικός αριθμός τους είχε ασκηθεί καλά στους Ναπολεόντειους πολέμους , στα στρατιωτικά σώματα τα δημιουργημένα από τους Γάλλους και τους Άγγλους στα νησιά του Ιονίου και στη σχολή του Αλή Πασά . Ο ελαφρός και γρήγορος εμπορικός στόλος των νησιών , εξοπλισμένος κατά των πειρατών και έχοντας υπηρετήσει στους πολέμους της Ρωσίας , της Γαλλίας και της Αγγλίας , μπορούσε τώρα άφοβα ν’ αντιμετωπίσει τον τουρκικό στόλο , που απόμεινε χωρίς έμπειρα πληρώματα μετά την αποχώρηση των Ελλήνων «γαλιοντζήδων » του[8] .

Ποιες , όμως , ήταν οι κοινωνικές δυνάμεις που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έλαβαν μέρος στην επανάσταση ;

  •  Εκκλησία : Ως επικεφαλής του μιλιέτ των Ρούμ η Εκκλησία κατέστη αναπόσπαστο τμήμα των οθωμανικών φεουδαρχικών δομών εξουσίας , επιφορτισμένη με συγκεκριμένα διοικητικά καθήκοντα , εξουσίες και αρμοδιότητες . Αναπτύσσοντας ιστορικά και σε μια πορεία σημαντικούς δεσμούς με το εμπορικό κεφάλαιο , εξελίχθηκε η ίδια σε οικονομική δύναμη . Μεταξύ των άλλων , ήταν υπεύθυνη και για την διατήρηση της ευταξίας στους υπ’ ευθύνης της πληθυσμούς . Έτσι το Πατριαρχείο αρχικά , όχι μόνο δεν ευνόησε , αλλά καταδίκασε και κατέστειλε κάθε απελευθερωτική ιδέα ή κίνηση .

Προς το σκοπό αυτό επιστράτευσε επανειλημμένα το όπλο του αφορισμού : δια τους συμμετέχοντες στα Ορλωφικά , για τις εξεγέρσεις του 1807 και 1808 , για την εξέγερση των Σουλιωτών κατά του Αλή Πασά και – βεβαίως – για την Επανάσταση του 1821 .

Η αντεπαναστατική δραστηριότητα της επίσημης Εκκλησίας συνεχίστηκε και στη διάρκεια της Επανάστασης . Βεβαίως η στάση στις γραμμές της γενικά δεν υπήρξε ενιαία , Σημαντικό μέρος , κυρίως του κατώτερου κλήρου , δε συντάχθηκε με τη γραμμή του Πατριαρχείου , μετέχοντας ενεργά στην Επανάσταση . Μαζί και μια σειρά μεσαίοι και ανώτεροι κληρικοί , όπως οι Φιλικοί Άνθιμος Γαζής και Γρηγόριος ( Δικαίος ) Παπαφλέσσας , ο Θεόκλητος Φαρμακίδης κ. α.

  •   Φαναριώτες : Πρόκειται για πρώην ευγενείς του Βυζαντίου που απέκτησαν σημαντικό πλούτο μέσω του εμπορίου , ενώ αναρριχήθηκαν σε υψηλά πόστα της οθωμανικής διοίκησης ( Μεγάλου Δραγουμάνου της Πύλης , Δραγουμάνο του Στόλου και Ηγεμόνα της Βλαχίας και Μολδαβίας ). Η στάση τους απέναντι στην Επανάσταση επίσης υπήρξε ενιαία . Ορισμένοι υιοθετούσαν την προοπτική της ένοπλης εξέγερσης και συγκρότησης ενός ενιαίου αστικού κράτους . Οι περισσότεροι όμως υποστήριζαν μια πολιτική «εκ των έσω διάβρωσης » της Οθωμανικής αυτοκρατορίας όπου η ελληνική αστική τάξη θα κυριαρχούσε σταδιακά οικονομικά και πολιτικά .

Οι Φαναριώτες – μέλη της Φιλικής Εταιρείας , όπως οι Α. Μαυροκορδάτος και Θ. Νέγρης , που έλαβαν ενεργό μέρος στην Επανάσταση , κλήθηκαν στη συγκρότηση των πρώτων πολιτειακών θεσμών και μηχανισμών διοίκησης συνδράμοντας αποφασιστικά στον αστικό φιλελεύθερο χαρακτήρα τους .

  •  Κλέφτες και αρματολοί : Οι κλέφτες ήταν κυρίως πρώην αγρότες ή κτηνοτρόφοι , οι οποίοι , είτε λόγω της φτώχειας είτε από αντίθεση στις οθωμανικές αρχές και τους κοτζαμπάσηδες ( χριστιανούς και μουσουλμάνους ) , κατέφυγαν στην παρανομία , στο βουνό μακριά από την κατασταλτική δυνατότητα των οργάνων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας . Οι αρματολοί ήταν κλέφτες που αμνηστεύτηκαν και επανεντάσσονταν στην οθωμανική νομιμότητα , επιφορτιζόμενοι με την τήρηση της τάξης σε συγκεκριμένες περιοχές .

Η διατάραξη των υφιστάμενων κοινωνικών ισορροπιών – συσχετισμών και οι δυναμικές που αναπτύχθηκαν με την Επανάσταση , άνοιξαν νέες προοπτικές για τους ένοπλους , οι οποίοι διεκδίκησαν την απεξάρτησή τους από πρότερες δεσμεύσεις εξουσίας ( π.χ. τους πρόκριτους ) διεκδικώντας αυτόνομη πολιτική παρουσία και ρόλο . Στον απεγκλωβισμό τους αυτό συνέβαλε τα μέγιστα η αρχική τους στοίχιση με τα πιο ριζοσπαστικά τμήματα της αστικής τάξεως την Φιλική Εταιρεία και τον Υψηλάντη . Εν συνεχεία , η συγκρότηση συγκεντρωτικών αστικών οργάνων , που προωθούσαν οι τελευταίοι ήρθε σε αντίθεση με τα νεοαποκτηθέντα εθνικά προνόμιά τους , με αποτέλεσμα να διαταραχθούν οι προηγούμενες συμμαχίες και να διαμορφωθούν νέες .

  •   Πρόκριτοι – εφοπλιστές των νησιών : Διακρίνοντας από τους πρόκριτους της ηπειρωτικής Ελλάδας , αφού , αν και εκπλήρωναν παρόμοιες λειτουργίες στα πλαίσια του οθωμανικού αυτοδιοικητικού συστήματος , η οικονομική τους βάση ήταν εντελώς διαφορετική . Αν και το εφοπλιστικό κεφάλαιο έπαιζε καταλυτικό ρόλο στην προώθηση ενός αστικού τύπου κράτους , παραμονές της Επανάστασης υπήρξε εν μέρει επιφυλακτικό . Οι επιφυλάξεις αυτές οφείλονταν μεταξύ άλλων και στους δεσμούς που διατηρούσε με το Αγγλικό κεφάλαιο ( η Μ. Βρετανία ήταν τότε κατά της προσβολής της ακεραιότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ).

Οι όποιες επιφυλάξεις – αντιδράσεις κάμφθηκαν ή καταργήθηκαν σύντομα με επαναστατική βία από ένα γενικότερο αστικοδημοκρατικό κίνημα , που αναπτύχθηκε στα νησιά αυτά και πριν την Επανάσταση ακόμα , καθώς και από την αλλαγή της Βρετανικής πολιτικής απέναντι στην Οθωμανική αυτοκρατορία .

  • Κοτζαμπάσηδες : Οι κοτζαμπάσηδες στελέχωναν το κατώτερο τμήμα της Οθωμανικής διοικητικής ιεραρχίας . Μεταξύ άλλων , ήταν υπεύθυνοι για τη διαχείριση της κοινοτικής περιουσίας , για την απονομή δικαιοσύνης σε μια σειρά θέματα , για την είσπραξη των φόρων και βέβαια για την καταστολή των χωρικών στις περιοχές υπ’ ευθύνη τους .

Αν και προέρχονταν από τη φεουδαρχία , στα πλαίσια της ιστορικής τους αποσύνθεσης , οι κοτζαμπάσηδες σταδιακά αστικοποιούνταν . Η είσπραξη των φόρων , μια από τις κύριες λειτουργίες τους και στοιχείο εμπορευματοχρηματικών σχέσεων , υπήρξε βασικός παράγοντας στην τελική μετάλλαξη – αστικοποίησή τους .

Την εξέλιξή τους αυτή αντανακλά η διφορούμενη στάση τους απέναντι στην Επανάσταση . Από τη μια διέθεταν προνόμια και καθήκοντα συνυφασμένα με το υπάρχον Οθωμανικό καθεστώς . Από την άλλη είχαν υλικό συμφέρον για την ανατροπή του . Έτσι άλλοι εντάχθηκαν στις γραμμές της Φιλικής , άλλοι κράτησαν στάση επιφυλακτική και άλλοι τάχθηκαν εναντίον . Από τη στιγμή της έκρηξης της Επανάστασης , κάποιοι Κοτζαμπάσηδες συμπαρατάχθηκαν με τους εμπόρους , τους εφοπλιστές κ. λπ. , ενώ άλλοι βρέθηκαν σε αντιπαράθεση με αυτούς , σε μια προσπάθεια να επικρατήσουν ως η ηγεμονική μερίδα της αστικής τάξης . [9]

Η επανάσταση ξέσπασε , τελικά, σε δύο σημεία : το 1821 , ο Α. Υψηλάντης μπήκε στο Γιάσι και κήρυξε την Επανάσταση στη Μολδαβία και στη Βλαχία . Ένα κίνημα όμως ελληνικού χαρακτήρα δεν μπορούσε να βρει σταθερή υποστήριξη απ’ το ντόπιο πληθυσμό , αδιάφορο στο σύνολό του . Πολύ σύντομα οι Τούρκοι κατέπνιξαν την Επανάσταση στη Βλαχία , που δεν χρησίμεψε παρά σαν αντιπερισπασμός για την Επανάσταση στην Ελλάδα .

Μερικούς μήνες ύστερα , ο Δικαίος Παπαφλέσσας κι άλλα μέλη της Εταιρείας , εξουδετερώνοντας τους δισταγμούς των προκρίτων , κήρυξαν την επανάσταση στην Πελοπόννησο ,στη Στερεά Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου . Στην περίοδο 1821-24 η Επανάσταση προόδευσε ραγδαία . Οι άτακτοι σχηματισμοί των κλεφτών και του νησιωτικού στόλου κατόρθωσαν να καταλάβουν πολλά φρούρια και ν’ αποκρούσουν όλες τις Τουρκικές εκστρατείες από στεριά και θάλασσα .[10]

Παράλληλα με την εθνική πάλη , διεξάγεται αυτή την περίοδο μια εσωτερική σύγκρουση για την ηγεσία της Επανάστασης . Το Προσωρινόν Πολίτευμα (Σύνταγμα ) της Επιδαύρου που ψηφίστηκε στην Α΄ Εθνοσυνέλευση ( Δεκέμβρης 1821 ) αποτέλεσε μια σύνθεση ιδεών και αρχών , επηρεασμένων από τα αντίστοιχα επαναστατικά Συντάγματα της Αμερικής (1787) και της Γαλλίας (1793 και 1795 ). Οι πολιτικές εξουσίες ( και κάποιες από τις οικονομικές ) που απολάμβανε μέχρι πρότινος η Εκκλησία στα πλαίσια του φεουδαρχικού συστήματος καταργούνται ή περιορίζονται σημαντικά . Η αποδυνάμωση των τοπικών – περιφερειακών διοικήσεων και η μεταφορά των βασικών τους αρμοδιοτήτων στην κεντρική εξουσία , σήμαινε την αντίστοιχη αποδυνάμωση των τοπικών εξουσιών πάνω στις οποίες εδράζονταν μέχρι τότε η πολιτική δύναμη των Κοτζαμπάσηδων . Οι βασικές αυτές αρχές επιβεβαιώθηκαν και στις επόμενες Εθνοσυνελεύσεις ( Β΄ του Άργους , 1823 και Γ΄ της Τροιζήνας , 1827 ).

Η διαπάλη που αρχικά εκφράστηκε σε πολιτικό επίπεδο , οδήγησε γρήγορα στη διάσπαση της κεντρικής Διοίκησης και στη δημιουργία δύο χωριστών κυβερνήσεων : της Τρίπολης ( Κοτζαμπάσηδες – Κολοκοτρώνης ) και του Κρανιδίου ( Υδραίοι Μαυροκορδάτος , Κωλέτης και οι κοτζαμπάσηδες Λόντος και Ζαΐμης ). Σύντομα οι αντιθέσεις αυτές έλαβαν και ένοπλη μορφή που εκδηλώθηκε μάλιστα σε δύο φάσεις .

Τόσο οι ενδοαστικές συγκρούσεις όσο και οι αλλεπάλληλες στρατιωτικές ήττες τα επόμενα χρόνια ( 1825-27) ευνόησαν τις δυνάμεις εκείνες που ζητούσαν περιορισμό των χρονοβόρων κοινοβουλευτικών διαδικασιών και περισσότερο συγκεντρωτική διακυβέρνηση , στα πρότυπα μιας συνταγματικής μοναρχίας .

Οδεύοντας προς την Γ΄ Εθνοσυνέλευση , το ζήτημα που βρέθηκε στο επίκεντρο της πολιτικής διαπάλης ήταν η αναζήτηση διεξόδου στο τέλμα των στρατιωτικών επιχειρήσεων ( κυριαρχία Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο , πτώση Μεσολογγίου κ.λπ. ) μέσω της εξασφάλισης κάποιας διεθνούς μεσολάβησης – προστασίας ή την εκλογή ξένου μονάρχη .Στην κατεύθυνση αυτή κινήθηκαν όλα τα κόμματα . Την πρωτοβουλία ανέλαβαν από τα μέσα του 1825 οι « αγγλόφιλοι » με τη λεγόμενη Αίτηση προστασίας ( ή Πράξη υποταγής ) . Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση ψήφισε τον Ιωάννη Καποδίστρια κυβερνήτη της Ελλάδος .

Το καλοκαίρι του 1827 , η πορεία της Επανάστασης φαινόταν καταδικασμένη . Η πορεία αυτή ανατράπηκε από μια σειρά παρεμβάσεων του διεθνούς παράγοντα . Το Πρωτόκολλο της Πετρούπολης (1826 ) και η Συνθήκη του Λονδίνου ( 1827) η Ναυμαχία του Ναυαρίνου ( Οκτώβριος του 1827) , ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος ( 1828- 29) και η αποστολή Γαλλικού εκστρατευτικού σώματος κατά του Ιμπραήμ στο Μοριά ( Ιούλιος 1828 ) , υπήρξαν γεγονότα – σταθμοί ενόψει της αναγνώρισης της Ελλάδας ως ανεξάρτητου κράτους ( Πρωτόκολλο του Λονδίνου , 3 Φεβρουαρίου 1830 . )

Βασικός όρος της ανεξαρτησίας των Ελλήνων υπήρξε η μορφή του πολιτεύματος , το οποίο όφειλε να είναι μοναρχικό .

Τον Ιανουάριου του 1828 αφίχθη στην επαναστατημένη Ελλάδα ο Ι. Καποδίστριας . Ο νέος κυβερνήτης προέβη άμεσα στη συγκέντρωση όλων των εξουσιών , γνωρίζοντας πως για να εφαρμοστούν οι αναγκαίες αστικές μεταρρυθμίσεις και να στερεωθεί το αστικό κράτος απαιτούνταν άμεσες κινήσεις , απαλλαγμένες από χρονοβόρες κοινοβουλευτικές διαδικασίες , επιβαλλόμενες με πειθώ ή και αυταρχισμό όπου και όποτε αυτό κρινόταν αναγκαίο .

Η αποκλεισμένοι από την εξουσία συσπειρώθηκαν και ανασυντάχθηκαν συγκροτώντας το μέτωπο των « συνταγματικών » με κέντρο την Ύδρα . Η ένοπλη σύγκρουση δεν άργησε και γρήγορα γενικεύτηκε . Συνεχίστηκε δε και μετά το θάνατο του Ι. Καποδίστρια στις 9 Οκτωβρίου 1831 , δίχως όμως μια από τις δύο πλευρές να μπορεί να επικρατήσει οριστικά επί της άλλης . Το 1832 , λοιπόν , η κεντρική εξουσία είχε σχεδόν αποσυντεθεί ολοκληρωτικά ,ενώ η ύπαιθρος στεκόταν ρημαγμένη από μια δεκαετία πολέμου και εχθροπραξιών .

Υπό αυτές τις συνθήκες στις 25 Ιανουαρίου 1833 αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο από τη βρετανική φρεγάτα ( Μαδαγασκάρη ) ο Όθωνας , υποσχόμενος να βάλει τέρμα στην αναρχία του παρελθόντος και εγκαθιδρύοντας – σύμφωνα πάντοτε με τους όρους των σχετικών διεθνών συνθηκών – καθεστώς απόλυτης μοναρχίας .Το Ελληνικό αστικό κράτος άρχισε να κάνει τα πρώτα του βήματα .[11]


[1] Α. Γκίκας , « Ο κοινωνικός χαρακτήρας της Επανάστασης του 1821 » Κυριακάτικος Ριζοσπάστης , ένθετη έκδοση « 7 μέρες μαζί » σελ. 11 ( Το κείμενο βασίζεται σε ομώνυμο άρθρο που δημοσιεύθηκε στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση , τεύχος 2, 2011 ).

[2] Ν. Σβορώνος , « Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας », εκδ. Θεμέλιο , σελ. 51-52

[3] Α. Γκίκας , « Ο κοινωνικός χαρακτήρας……» σελ. 11

[4] « Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας », Ν. Σβορώνος ,σ.61

[5] Ο.π.,σ.61-62

[6] Ο.π.σ.63

[7] Α. Γκίκας , « Ο κοινωνικός χαρακτήρας……» σελ. 11

[8] Ν. Σβορώνος , « Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας »σ. 63-64

[9] Α. Γκίκας , « Ο κοινωνικός χαρακτήρας……» σελ. 12

[10] Ν. Σβορώνος , « Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας »σ. 67

[11] Α. Γκίκας , « Ο κοινωνικός χαρακτήρας……» σελ. 13Image

RED_FORCE

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s