ΕΘΝΟΣ-ΚΡΑΤΟΣ: Ένα ιστορικό φαινόμενο (3) – Μακεδονικό Ζήτημα

Μετά την παράθεση του θεωρητικού πλαισίου(μαρξιστικό-λενινιστικό) της συγκρότησης των εθνικών κρατών(σαν αποτέλεσμα των αστικών επαναστάσεων από τα τέλη του 18ου ως τις αρχές του 20ου αιώνα) αλλά και των οικονομικών και κοινωνικών αιτιών που οδήγησαν στην συγκρότηση του ελληνικού κράτους, ακολουθεί το τρίτο -και τελευταίο- μέρος με την επισκόπηση του Μακεδονικού Ζητήματος.Image

Η ιστορική πορεία του Μακεδονικού Ζητήματος κατά το 19ο αιώνα ως και τις αρχές του 20ου θεμελιώθηκε πάνω σε τρεις βασικούς αλληλένδετους και διαλεκτικά διαμορφούμενους άξονες . α) το ρόλο του Ελληνικού αστικού εθνικισμού στο πλαίσιο συγκρότησης και διερεύνησης του νεοσύστατου έθνους – κράτους της Ελλάδας («Μεγάλη Ιδέα») . β) τις αντίστοιχες ιστορικοπολιτικές εξελίξεις στα Βαλκάνια γ) τις επιδιώξεις και τους σχεδιασμούς των Μεγάλων Δυνάμεων στην περιοχή («Ανατολικό Ζήτημα») .

Οι διεργασίες που είχαν ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση του σημερινού γεωγραφικού – εθνογραφικού χάρτη της περιοχής διήνυσαν μια ιστορική διαδρομή που δεν υπήρξε καθόλου ευθύγραμμη ή ομαλή . Τουναντίον , σημαδεύτηκε από διαρκείς αντιθέσεις και συνθέσεις , έντονες κοινωνικοπολιτικές συγκρούσεις και αδυσώπητους ανταγωνισμούς .

Ο μεγαλοϊδεατισμός υπήρξε σε γενικές γραμμές κοινός τόπος για τον ανερχόμενο αστικό εθνικισμό σε πολλές χώρες (Μεγάλη Σερβία , Μεγάλη Βουλγαρία , Μεγάλη Αλβανία)[1] .

Στη Μακεδονία το πολύπλοκο φυλετικό και πολιτισμικό μωσαϊκό , που συγκροτούνται από σλαβόφωνες , βλαχόφωνες , ελληνόφωνες , αλβανόφωνες και τουρκόφωνες ομάδες , αποτέλεσε ισχυρή πρόκληση στο Βαλκανικό επεκτατισμό.[2]

Από τα μέσα – τέλη του 19ου αιώνα , ο ελληνικός μεγαλοϊδεατισμός ο στρατηγικός προσανατολισμός , δηλαδή , της ελληνικής αστικής τάξης προς επέκταση του οικονομικού και κοινωνικοπολιτικού χώρου , όπου διεκδικούσε ηγεμονεύουσα θέση και ρόλο άρχισε να « υπονομεύεται » από αντίστοιχες εθνικές αστικές τάξεις άλλων αναδυόμενων εθνών – κρατών , οι οποίες εμφανίζονταν ολοένα και πιο επιθετικά ως ανταγωνίστριες δυνάμεις στο μοίρασμα των εδαφών (και  αγορών) της κλυδωνιζόμενης Οθωμανικής αυτοκρατορίας .[3]

Αυτές οι ανταγωνίστριες δυνάμεις επιδίωκαν τη δημιουργία και αξιοποίηση ερεισμάτων για την επίτευξη των σκοπών τους . Για το λόγο αυτό επιστράτευσαν το τρίπτυχο : θρησκεία , παιδεία , γλώσσα , όσο αυτό αποδεικνύεται στην πράξη αρκετά τρωτό και αμφίσημο [4].

Χαρακτηριστικά των διεργασιών που συντελούνταν στην περιοχή της Μακεδονίας την εποχή εκείνη αποτελούν τα στοιχεία που παρατίθενται στο βιβλίο της Σοφίας Βούρη : « Εκπαίδευση και Εθνικισμός στα Βαλκάνια » . Τα στοιχεία συγκρίνουν το ποσοστό του χριστιανικού πληθυσμού που βρισκόταν κάτω από τη στέγη του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε σχέση με αυτόν που βρισκόταν κάτω από τη στέγη της Βουλγαρικής Εξαρχίας . Συγκεκριμένα : α) Μέχρι το 1883 το πατριαρχικό σύνολο παρουσιάζεται υπέρτερο αριθμητικά κατά 1624 χριστιανούς , ποσοστό 1% . β) Μετά από τρία χρόνια , το 1886 , μολονότι το πατριαρχικό σύνολο αυξάνεται κατά 150 χριστιανούς ,ωστόσο είναι ποσοτικά υποδεέστερο του Εξαρχικού συνόλου κατά 3678 χριστιανούς , ποσοστό 2,16%. γ) Το 1895 η ποσοτική αναλογία των δυο θρησκευτικών συνόλων παρουσιάζει την εξής αντίφαση : ενώ το 1886 το πατριαρχικό σύνολο μειώνεται κατά 584 χριστιανούς , υπερτερεί ωστόσο έναντι του Εξαρχικού συνόλου κατά 6911 χριστιανούς , ποσοστό 4,36% . δ) Με την έναρξη του 20ου αιώνα η αριθμητική δύναμη του πατριαρχικού πληθυσμού μειώνεται κατά 2231 χριστιανούς , σε σύγκριση με τα δεδομένα του 1895 , Αντίστοιχα , ο εξαρχικός πληθυσμός ενισχύεται στο ίδιο διάστημα κατά 33.788 χριστιανούς . Η διαφορά , δηλαδή , διευρύνεται κατά 29.108 εξαρχικούς χριστιανούς επιπλέον , σε σύγκριση με τους χριστιανούς του Πατριαρχείου , ποσοστό 15,28%.[5]

Ακόμα , ενδεικτικά είναι τα στοιχεία μιας Ελληνικής στατιστικής του 1908 , όπου ο αμοιβαία διεκδικούμενος χριστιανικός πληθυσμός της ΒΔ. Μακεδονίας παρουσιάζεται κατανεμημένος ισοδύναμα σχεδόν ανάμεσα στις δύο βασικές αντίπαλες εθνικές ομάδες , τη Βουλγαρική και την Ελληνική .

Συγκεκριμένα , από το σύνολο των 233 χωριών , 90 χαρακτηρίζονται Βουλγαρικά ,95 Ελληνικά και 48 μικτά . Αλλά και στον εκπαιδευτικό τομέα , οι δύο αντίπαλες εθνικές ομάδες παρουσιάζουν σχετική ισοδυναμία στον ίδιο χώρο . Σύμφωνα με μια εκπαιδευτική στατιστική του 1905 , η Ελληνική ομάδα διαθέτει 222 ελληνικά σχολεία , 316 δασκάλους και 11.492 μαθητές – τριες , αντίστοιχα η Βουλγαρική 220 βουλγαρικά σχολεία , 353 δασκάλους και 8.140 μαθητές – τριες .[6]

Τις αντιθέσεις αυτές υποδαύλιζαν οι Μεγάλες Δυνάμεις, δημιουργώντας πλασματικές προσδοκίες, στρέφοντας τον ένα λαό εναντίον του άλλου, σχηματίζοντας και διαλύοντας συμμαχίες ανάλογα με τα συμφέροντά τους.

Παράλληλα, αδυνάτιζε ο «παμβαλκανικός» χαρακτήρας της ελληνικής αστικής τάξης που κατείχε έως τότε ηγεμονικό ρόλο στην περιοχή (η θέση του ελληνικού κεφαλαίου συνέδραμε καταλυτικά στην εμφάνιση και άνοδο «επιμέρους» βαλκανικών εθνικισμών, καθώς και στα «ανθελληνικά» χαρακτηριστικά που συχνά έλαβαν)[7].

Από την άλλη, η Βουλγαρία διεκδικούσε ηγεμονική θέση στα Βαλκάνια και διαδοχή της οθωμανικής αυτοκρατορίας (Μακεδονία, Θράκη, Κωνσταντινούπολη, κ.ά.). Η Ρουμανία πρόβαλε αξιώσεις για την περιοχή της Θεσσαλίας, όπου, κατά τις αντιλήψεις της, κατοικούσαν βλάχικοι πληθυσμοί. Η Αλβανία διεκδικούσε την Ηπειρο, ως και την Αρτα. Συνάμα «η κάθε μια εμφανίζει δικές της στατιστικές, αναβιώνει ιστορικά δικαιώματα, κινητοποιεί επιστήμονες και σοφούς».[8]

Χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Μακεδονίας, όπου ο Γ. Ζέβγος, παραθέτοντας σχετικό απόσπασμα από το έργο του Jacques Angel «Λαοί και Έθνη των Βαλκανίων» (1920), έγραφε: «Ένας Έλληνας, ο Νικολαΐδης, τοποθετεί στα τρία μακεδονικά βιλαέτια (Κόσσοβο, Μοναστήρι, Σαλονίκη) 576.000 Τούρκους, 656.000 Έλληνες, 454.000 Σλάβους. Επίσης ένας Βούλγαρος, ο Κάντσεφ τοποθετεί 489.000 Τούρκους, 225.000 Έλληνες, 1.184.000 Βούλγαρους, 700.000 Σέρβους. Και τέλος ένας Σέρβος, ο Γκόπτσεβιτς, βρίσκει 231.000 Τούρκους, 201.000 Έλληνες, 57.000 Βούλγαρους, 2.048.000 Σέρβους.»[9]

Σχολιάζοντας τις κινήσεις αυτές, ο Ε. Ροΐδης έγραψε το 1875 πως οι πρόσφατες εθνογραφικές μελέτες που επιδιώκονταν από τις αστικές τάξεις της κάθε χώρας , αποδεικνύουν τις δυσκολίες για κάθε απόπειρα δίκαιης διανομής της τουρκικής κληρονομιάς . Οι δυσκολίες αυτές αυξάνονταν – καθιστώντας αδύνατο οποιοδήποτε συμβιβασμό – με την καλλιέργεια του εθνικισμού στους λαούς αυτούς . Οι περισσότεροι από τους κατοίκους της χερσονήσου δήλωναν – έγραφε ο Ροΐδης – έτοιμοι να υποστούν κάθε καταστροφή και εξόντωση παρά να υπομείνουν τη στέρηση της εθνικής τους ταυτότητας . Τα γεωγραφικά όρια που παρείχαν το πολύτιμο προνόμιο της « εθνικής ταυτότητας » δεν ήταν πολλές φορές ευχάρακτα αλλά ούτε καν ορατά . Ούτε λόγος λοιπόν , δε μπορούσε να γίνει – κατά τον Ροΐδη – για αδελφική συμβίωση των εθνών , που ονειρεύονταν τη Μεγάλη Βουλγαρία , την αρχαία Σερβία , το Αλβανικό κράτος , τη Ρουμανία μέχρι την Πίνδο και την Ελλάδα μέχρι τον Αίμο . Και αφού δεν μπορούσαν να συνυπάρξουν τα όνειρα αυτά η αλληλοσφαγή ήταν αναπόφευκτη .

Επομένως , για τις Βαλκανικές εθνικές ομάδες η λύση θα ήταν – σύμφωνα με τον Ροΐδη – ή να λάβουν όσο η καθεμία διεκδικεί , το οποίο ήταν απολύτως ακατόρθωτο ή να παραιτηθούν από το όνειρο τους, αφού πεισθούν ότι είναι αδύνατη η πραγματοποίησή του . Αλλά για να συνειδητοποιηθεί κάτι τέτοιο – έγραψε ο Ροΐδης απαιτείται και πολύς χρόνος και αγώνες πιθανότατα αιματηροί . Ως μόνη λύση η συνεργασία των λαών, αίτημα που μετουσιώθηκε τότε στο όραμα για μια Δημοκρατική Ανατολική Ομοσπονδία .[10]

Βαλκανική Ομοσπονδία

Το ζήτημα της ομοσπονδιακής οργάνωσης εμφανίστηκε εδώ παράλληλα με αυτό της εθνικής χειραφέτησης. Το κήρυγμα άλλωστε του Ρήγα Βελεστινλή για την εξέγερση όλων των λαών της Ανατολής εναντίον του οθωμανικού δεσποτισμού και τη συγκρότηση μιας ομοσπονδιακού τύπου Δημοκρατίας, αν και ανήκε στα τέλη του 18ου αιώνα, θεωρούνταν ακόμα (τον 19ο αιώνα) από πολλούς επίκαιρο.[11]

Το αίτημα για μια ομόσπονδη Βαλκανική υιοθετήθηκε από πολλά τμήματα της προοδευτικής διανόησης και των αστών δημοκρατών του 19ου αιώνα, τα οποία έβλεπαν στην ενότητα των λαών των Βαλκανίων το μόνο δρόμο για τον υπερκερασμό των εθνικών συγκρούσεων, την ανεξαρτητοποίηση της περιοχής από τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς των Μεγάλων Δυνάμεων, και την ευημερία όλων των εθνοτήτων στα υπό διαμόρφωση έθνη – κράτη. [12]

Το αίτημα για μια ομόσπονδη Βαλκανική αδυνάτισε προς τα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα. Σύμφωνα με τον Λ. Χασιώτη, οι «βασικές αιτίες για την εξέλιξη αυτή υπήρξαν: α) Η ουσιαστική υπαγωγή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στις επιλογές των “προστάτιδων” Δυνάμεων, ιδιαίτερα της Μεγάλης Βρετανίας, κυρίως μετά το 1856, και β) η κυριαρχία στο ιδεολογικό τοπίο της Ελλάδας της “Μεγάλης Ιδέας”.» [13]

Ωστόσο, στη βόρεια Ελλάδα – και ιδιαίτερα στους κόλπους του αναπτυσσόμενου συνδικαλιστικού κινήματος – διατηρούνταν εν πολλοίς η πεποίθηση πως η λύση του εθνικού προβλήματος των πολλαπλών εθνικών ομάδων των Βαλκανίων θα περνούσε μέσα από τον αγώνα για την κοινωνική απολύτρωση των λαών, στο πλαίσιο μιας ομοσπονδιακής πολυεθνικής Πολιτείας. Ακολούθως, η πρωτοπόρα συνδικαλιστική οργάνωση της Φεντερασιόν της Θεσσαλονίκης, αντικατοπτρίζοντας την πολυεθνική γεωγραφία της πόλης, υπήρξε πολυεθνική και στη σύνθεσή της, οργανωμένη σε ομοσπονδιακή βάση.[14]

Μακεδονία και εθνική ολοκλήρωση : Η επανάσταση του 1821 στο μακεδονικό χώρο περιορίστηκε κυρίως στη Χαλκιδική υπό την ηγεσία του Φιλικού Ε. Παππά και καταπνίγηκε πριν το πέρας του έτους. Στην εξέλιξη αυτή συνηγόρησαν πολλοί παράγοντες: Η ύπαρξη πολυάριθμου μωσαϊκού εθνοτήτων (και συμπαγής μουσουλμανικός πληθυσμός), ισχυρών τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων, καθώς και η απροθυμία των προκρίτων (που διατηρούσαν σημαντικά προνόμια) και της Εκκλησίας να στηρίξουν υλικά ή ηθικά τον αγώνα.[15]

Στις 3 Φεβρουαρίου 1830 υπογράφηκε στη Διάσκεψη του Λονδίνου το πρωτόκολλο Ανεξαρτησίας της Ελλάδας. Απαντώντας στο πρώτο από τα 28 ερωτήματα που υπέβαλαν οι Μεγάλες Δυνάμεις στον Ι. Καποδίστρια ενάμιση περίπου χρόνο νωρίτερα (Οκτώβρης 1828) περί των γεωγραφικών / ιστορικών ορίων τού υπό σύσταση ελληνικού κράτους, ο τελευταίος απάντησε ότι οι ελληνικές γεωγραφικές και ιστορικές διεκδικήσεις προσδιορίζονται αρχικά μέχρι το ύψος του Ολύμπου και τον κόλπο της Θεσσαλονίκης. [16]

Στα έτη που ακολούθησαν, το γνήσιο αίτημα των υπόδουλων Ελλήνων για απελευθέρωση διαστρεβλώθηκε από το περιεχόμενο που προσέδωσε σε αυτό ο αστικός εθνικισμός. Οι ζυμώσεις, οι ανταγωνισμοί και οι συγκρούσεις στο μακεδονικό χώρο οξύνθηκαν. Τον Σεπτέμβρη του 1885 ξέσπασε κίνημα στην ανατολική Ρωμυλία με αίτημα την ένωση της επαρχίας με τη Βουλγαρία. Η κίνηση αυτή θορύβησε τους οπαδούς του μεγαλοϊδεατισμού στην Ελλάδα που οργάνωσαν συλλαλητήρια καταγγέλλοντάς την ως «ανθελληνική». [17]

Ο Χ. Τρικούπης δήλωσε σχετικά σε συνέντευξή του στην αγγλική εφημερίδα «Pal Mall Gazette»: Η πρώτη ασχολία της Ελλάδας πρέπει να είναι ο ελληνικός πληθυσμός της Ανατολικής Ρωμυλίας , ο οποίος θα απορροφηθεί από τους Βούλγαρους εάν οι Δυνάμεις αναγνωρίσουν την ένωση της Ρωμυλίας με τη Βουλγαρική ηγεμονία . Κατά δεύτερο λόγο – είπε ο Τρικούπης – η Ελλάδα ενδιαφέρεται για τη Μακεδονία , η οποία μπορεί να διαιρεθεί σε τρία τμήματα : Τη νότια , η οποία είναι και θα είναι Ελληνική , την κεντρική , που περιλαμβάνει ελληνικούς πληθυσμούς και την βόρεια , που δεν κατοικείται από τους Έλληνες . Την Ελλάδα απασχολεί – είπε ο Τρικούπης – η Κεντρική Μακεδονία , οι κάτοικοι της οποίας αναγνωρίζουν τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και όχι τη Βουλγαρική Εξαρχία . Αλλά επειδή εκεί – σύμφωνα με τα λεγόμενα του Τρικούπη – ο ελληνικός πληθυσμός δεν έχει συνοχή , είναι βέβαιο ότι , εάν η χώρα περιέλθει υπό τη Σερβική κυριαρχία ή τη Βουλγαρική , οι κάτοικοι θα εκσλαβιστούν , ενώ εάν περιέλθει υπό την Ελληνική κυριαρχία θα εξελληνιστούν πλήρως .[18]

Σε μια άλλη συνέντευξή του, δήλωσε επίσης σχετικά: «Ο Τούρκος εκλείπει και πολύ ταχέως. Όταν έλθει ο μέγας πόλεμος, ως αφεύκτως θα συμβεί μετά τρία, πέντε, οκτώ έτη, η Μακεδονία θα γίνει Ελληνική ή Βουλγάρικη κατά τον νικήσαντα. Αν τη λάβωσιν οι Βούλγαροι, δεν αμφιβάλλω ότι εντός ολίγων ετών θα είναι ικανοί να εκσλαβίσωσιν τον πληθυσμόν μέχρι των Θεσσαλικών συνόρων. Αν ημείς τη λάβωμεν, θα τους κάμωμεν όλους Έλληνας μέχρι της Ανατολικής Ρωμυλίας.[19]»

Ενόψει μιας ενδεχόμενης στρατιωτικής επιχείρησης της Ελλάδας στη Μακεδονία (ως απάντηση στις κινήσεις της Βουλγαρίας), κινητοποιήθηκαν προληπτικά ο αγγλικός και ιταλικός στόλος προβαίνοντας σε «ειρηνικό αποκλεισμό» της χώρας. Τελικά, η ανατολική Ρωμυλία προσαρτήθηκε στη Βουλγαρία, τροφοδοτώντας τους μεγαλοϊδεατικούς σχεδιασμούς της ντόπιας άρχουσας τάξης και θέτοντάς τους παράλληλα σε τροχιά σύγκρουσης με τους αντίστοιχους ελληνικούς.[20]

Η κινητικότητα στη Μακεδονία συνεχίστηκε το επόμενο διάστημα: το φθινόπωρο του 1893 ιδρύθηκε η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση» (ή Κομιτάτο των Σαντραλιστών), μέλος της οποίας «μπορούσε να γίνει κάθε κάτοικος της Ευρωπαϊκής Τουρκίας χωρίς καμιά διάκριση γλώσσας, εθνικότητας, θρησκείας και πολιτικοφυλετικών πεποιθήσεων», και που σκοπός της ήταν «η βελτίωση της πολιτικής και κοινωνικής θέσης των κατοίκων της Μακεδονίας», αλλά και η «απαλλοτρίωση των μεγάλων τσιφλικιών προς όφελος των ακτημόνων αγροτών και η Αυτονομία της Μακεδονίας». Στο πλαίσιο του βουλγαρικού μεγαλοϊδεατισμού σχηματίστηκε, δύο χρόνια μετά, η «Εξωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση» (Κομιτάτο των Βερχοβιστών), η οποία και προχώρησε σε δολοφονίες πολιτικών / εθνικών αντιπάλων («οι κομιτατζήδες που ανήκανε στο Κομιτάτο των Βερχοβιστών έβγαζαν από τη μέση κάθε Έλληνα ή Τούρκο που δεν εκτελούσε τις εντολές τους»). Στο φόντο των παραπάνω εξελίξεων στην περιοχή, ιδρύθηκε το 1904 το ελληνικό «Μακεδονικό Κομιτάτο». Οι συγκρούσεις μεταξύ των αντάρτικων ομάδων γενικεύτηκαν ως το 1908 (μέχρι την Επανάσταση των Νεότουρκων), ενώ στην ίδια τη Βουλγαρία εντάθηκαν οι διώξεις ενάντια στο ελληνικό στοιχείο (1900-1906).[21]

Οι «λογαριασμοί» τέθηκαν επί τάπητος κατά τον πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο (1912). Ωστόσο, τα αποτελέσματα αυτού, όχι μόνο δεν ικανοποίησαν τις επεκτατικές ορέξεις των αρχουσών τάξεων των εμπλεκόμενων κρατών, αλλά δημιούργησαν εκ νέου πρόσθετες επιδιώξεις και διεκδικήσεις. Ένας καινούριος «γύρος» αναδιανομής των εδαφών της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν αναπόφευκτος, με τους μέχρι πρόσφατα «συμμάχους» να μετατρέπονται «εν μία νυκτί» σε εχθρούς και αντίστροφα.

Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου 1913) ολοκληρώθηκε η γεωγραφική ενσωμάτωση της Μακεδονίας (του ελληνικού τμήματος, όπως το ξέρουμε σήμερα) στην ελληνική επικράτεια. Βέβαια, στο πλαίσιο των παρασκηνιακών διαπραγματεύσεων για τη συμμετοχή των βαλκανικών χωρών στον πρώτο παγκόσμιο στο πλευρό του ενός ή του άλλου ιμπεριαλιστικού συνασπισμού, η κυβέρνηση Βενιζέλου δε φαίνεται να είχε ιδιαίτερους ενδοιασμούς να παραχωρήσει στη Βουλγαρία την περιοχή της Καβάλας – Δράμας – Σαριμπασάν, με αντάλλαγμα τη Δυτική Μικρά Ασία.[22]

Η γεωγραφική προσάρτηση της Μακεδονίας συνοδεύτηκε από την εθνική – πληθυσμιακή ανασύνθεσή της σχεδόν 10 χρόνια αργότερα. Η Ανταλλαγή των Πληθυσμών και η εγκατάσταση των προσφύγων «έλυσε» ριζικά το ζήτημα της εθνικής ανομοιογένειας στη Βόρεια Ελλάδα. Η Εκθεση της Ελληνικής Επιτροπής για την Αποκατάσταση των Προσφύγων είναι αποκαλυπτική ως προς τη μεταβολή στην πληθυσμιακή σύνθεση της Μακεδονίας: Το 1912 οι Ελληνες αποτελούσαν μόλις το 42,6% του συνόλου, με τους μουσουλμάνους να έρχονται από κοντά δεύτεροι (39,4%) και τους Βούλγαρους να ακολουθούν (9,9%). Οι Ελληνες αποτελούσαν πλειοψηφία μόλις στις 11 από τις 25 επαρχίες – νομούς της περιοχής. Τους 300.000 και πλέον μουσουλμάνους «αντικατέστησαν» περίπου 638.000 πρόσφυγες (το 52,2% των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα). Μετά την Ανταλλαγή, οι Ελληνες αποτελούσαν πλέον το 88,8% του συνόλου των πληθυσμών της Μακεδονίας.[23]


[1] Α. Γκίκας , «Η διαμόρφωση των εθνών – κρατών στα Βαλκάνια και το Μακεδονικό » Κυριακάτικος Ριζοσπάστης , 9 Μάρτη 2008 , σελ. 10.

[2] Σοφία Βούρη , « Εκπαίδευση και Εθνικισμός στα Βαλκάνια »– Η περίπτωση της βορειοδυτικής Μακεδονίας (1870 – 1904 ), εκδόσεις Gutenberg

[3] Α. Γκίκας , «Η διαμόρφωση των εθνών – κρατών……..» σελ. 10

[4] Σοφία Βούρη , « Εκπαίδευση και Εθνικισμός….» σελ. 20

[5] Όμοιο παράθεμα σελ. 26

[6] Σοφία Βούρη , « Οικοτροφεία και υποτροφίες στη Μακεδονία (1903 – 1913 ) – Τεκμήρια Ιστορίας », εκδόσεις Gutenberg

[7] Α. Γκίκας , «Η διαμόρφωση των εθνών – κρατών……..» σελ.10

[8] Ζερβός Γ. (1946) « Σύντομη μελέτη της νεοελληνικής ιστορίας – β΄ μέρος », Αθήνα : Τα νέα βιβλία Α.Ε. σελ. 93.

[9] Ο.π. σελ. 133- 134

[10] Ο.π. σελ.94-95

[11] Λ. Χασιώτης « Η Ανατολική Ομοσπονδία », εκδόσεις Βάνιας , 2001, σελ. 17

[12] Α. Γκίκας , «Η διαμόρφωση των εθνών – κρατών……..» σελ.10

[13] Λ. Χασιώτης « Η Ανατολική Ομοσπονδία », εκδόσεις Βάνιας , 2001, σελ.18

[14] Α. Μπεναρόγια , « Η πρώτη σταδιοδρομία του ελληνικού προλεταριάτου », 1986 (Κομμούνα) Ιστορική μνήμη , σελ. 10, 22

[15] Κορδάτος Γ. « Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας », τόμος 10 σελ. 261-270

[16] Α. Γκίκας , «Η διαμόρφωση των εθνών – κρατών……..» σελ.11

[17] Ο.π. σελ. 11

[18] Κορδάτος Γ. « Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας », τόμος ΧΙΙ σελ. 478- 479

[19] Ο.π.σελ. 499

[20] Α. Γκίκας , «Η διαμόρφωση των εθνών – κρατών……..» σελ.11

[21] Κορδάτος Γ. « Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας »,σελ. 39-45

[22] Ο.π. σελ. 420 , 525

[23] Α. Γκίκας , «Η διαμόρφωση των εθνών – κρατών……..» σελ.11

RED-FORCE

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s