Η χούντα επιστρατεύει τους φοιτητές

“Εφημερίδα Συντακτών”, 16-17/11/2013, Ιος

Η δικτατορία θέλησε να αποκεφαλίσει το φοιτητικό κίνημα, στέλνοντας στον στρατό όσους θεωρούσε υποκινητές. Το μέτρο αποδείχτηκε μπούμερανγκ για την ίδια

Image

 Σαράντα χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, έχουν ειπωθεί κι έχουν γραφτεί πολλά. Σχεδόν όλα. Υπάρχει όμως μια πτυχή εκείνης της ταραγμένης χρονιάς που δεν έχει αναλυθεί όσο το αξίζει. Πρόκειται για την απόφαση της χούντας, στις αρχές του 1973, να αντιμετωπίσει το φοιτητικό κίνημα με ένα απροσδόκητο μέτρο: τη διακοπή της αναβολής στράτευσης στους «ταραξίες πρωταίτιους». Η πρόθεση των εμπνευστών του μέτρου ήταν ξεκάθαρη. Θεωρούσαν ότι μ’ αυτόν τον τρόπο θα αποκεφάλιζαν το κίνημα, θα αποδυνάμωναν τις διαμαρτυρίες στα Πανεπιστήμια και θα τρομοκρατούσαν τη μεγάλη πλειονότητα των φοιτητών.

Το αποτέλεσμα ήταν εντελώς αντίθετο από τους σχεδιασμούς των χουντικών. Πρώτα πρώτα επειδή το ίδιο το κίνημα βασιζόταν σε μια εξαιρετική αυτοοργάνωση, χωρίς αυστηρή ιεραρχική δομή και τα μέλη του μπορούσαν να καλύψουν όποιες «ελλείψεις» παρουσιάζονταν. Δεν υπήρχε με την αυστηρή έννοια του όρου «ηγεσία», παρά μόνο συντονισμός, μέσω των Φοιτητικών Επιτροπών Αγώνα (ΦΕΑ) και του Διασχολικού. Ετσι ήταν δυνατόν να αντικατασταθεί καθένας από κάποιον άλλο, ενώ και το επίκεντρο των κινητοποιήσεων μπορούσε ανά πάσα στιγμή να μεταφερθεί από τον χώρο ενός Ιδρύματος στον χώρο ενός άλλου. Και βέβαια το μέτρο δεν μπορούσε να θίξει τις φοιτήτριες, οι οποίες εκπροσωπούνταν ισότιμα στα όργανα αυτά του κινήματος.

Κυρίως, όμως, αυτό το μέτρο λειτούργησε ως μπούμερανγκ στην προσπάθεια της χούντας να απομονώσει μια πρωτοπορία φοιτητών από την πλειονότητα των συναδέλφων τους. Οι ιθύνοντες του καθεστώτος θεωρούσαν ότι μπορούσαν να επαναλάβουν την εμπειρία της ΕΚΟΦ, να προκαλέσουν δηλαδή στο εσωτερικό του φοιτητικού χώρου μια αντιπαράθεση μεταξύ των δημοκρατών φοιτητών και ομάδων υποστηρικτών του καθεστώτος. Αλλά στις αρχές του 1973 η κατάσταση στους φοιτητικούς χώρους πολύ μικρή σχέση είχε με τις συνθήκες που επικρατούσαν την τελευταία δεκαετία πριν από το πραξικόπημα. Είχε προηγηθεί στις 20 Νοεμβρίου 1972 το φιάσκο με τις νόθες εκλογές στους φοιτητικούς συλλόγους που επιχείρησε η χούντα, προκειμένου να εκτονώσει τη φοιτητική διαμαρτυρία που απλωνόταν σ’ όλη τη χώρα, με κεντρικό αίτημα ελεύθερες εκλογές. Ο συσχετισμός δυνάμεων είχε ήδη διαμορφωθεί συντριπτικά υπέρ του αντιδικτατορικού κινήματος. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες η ανακοίνωση του μέτρου και η άμεση εφαρμογή του όχι μόνο δεν καταλάγιασαν τη δυναμική του κινήματος, αλλά έριξαν πραγματικό λάδι στη φωτιά της φοιτητικής διαμαρτυρίας και τη βοήθησαν να προχωρήσει σε πιο δυναμικές μορφές αγώνα, αυτές που έμειναν στην ιστορία: τις καταλήψεις.

Το μέτρο και η αντίδραση

Είχε προηγηθεί μια «δοκιμαστική» εφαρμογή του μέτρου της στράτευσης, από τον Νοέμβριο του 1972, με τη διακοπή της αναβολής λίγων φοιτητών. Η απόφαση στηρίχτηκε στο Ν.Δ. 720/1970 «Περί στρατολογίας», άρθρο 18.5, το οποίο προέβλεπε ότι «δύναται ο υπουργός Εθνικής Αμύνης να διατάσση την διακοπήν των χορηγηθεισών αναβολών κατατάξεως, κατά κατηγορίας και κατόπιν προτάσεως του Αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων λόγω ειδικών υπηρεσιακών αναγκών ή ονομαστικώς και κατόπιν προτάσεως του Αρχηγείου του οικείου Κλάδου Ενόπλων Δυνάμεων λόγω μη επιδεικνυομένης εθνικής διαγωγής». Σε προγενέστερες φάσεις η δικτατορία αντιμετώπιζε τους αντιστασιακούς φοιτητές με την αφαίρεση της φοιτητικής ιδιότητας μέσω των «πειθαρχικών συμβουλίων» των Πανεπιστημίων. Εδώ, όμως, έπρεπε να λάβει μέτρα ομαδικά. Κάτω από το βάρος των μαζικών φοιτητικών αγώνων που εκδηλώνονταν στις αρχές του 1973 με αποχές από τα μαθήματα, η χούντα επέλεξε την τρομοκράτηση των φοιτητών και στις 12.2. ανακοίνωσε το Ν.Δ. 1347/1973 που τροποποιούσε το άρθρο 18 του Ν.Δ. 720/1970:

«Εις το άρθρο 18 του Ν.Δ. 720/1970 “περί Στρατολογίας”, προστίθεται παράγραφος έχουσα ως εξής:

6. Δύναται ωσαύτως ο Υπουργός Εθνικής Αμύνης να διατάσση την διακοπήν χορηγηθείσης αναβολής κατατάξεως εις σπουδαστάς, ονομαστικώς, κατόπιν προτάσεως του Αρχηγείου του οικείου Κλάδου Ενόπλων Δυνάμεων και εις τας ακολούθους περιπτώσεις:

α. Λόγω οιασδήποτε πειθαρχικής ποινής επιβληθείσης υπό του κατά νόμον αρμοδίου οργάνου, πολυμελούς ή μονομελούς.

β. Λόγω καταδίκης εις οιανδήποτε ποινήν διά τινα των εν άρθροις 167, 169 έως και 176, 181 έως και 192 και 194 έως και 197 του Ποινικού Κώδικα πράξεων.

γ. Λόγω οιασδήποτε υπαιτίου αποχής εκ των παραδόσεων, εξετάσεων ή ασκήσεων των Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ή προτροπής εις τοιαύτην αποχήν, ανεξαρτήτως της πειθαρχικής διώξεως επί ταύταις.

Η άσκησις οιουδήποτε ενδίκου μέσου κατά της αποφάσεως του Δικαστηρίου ή του πειθαρχικού οργάνου, δεν αναστέλλει την εκτέλεσιν της αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Αμύνης περί διακοπής της χορηγηθείσης αναβολής κατατάξεως».

Ακολουθούν οι δύο υπογραφές του Παπαδόπουλου (ως αντιβασιλέως η πρώτη και ως πρωθυπουργού η δεύτερη), των αντιπροέδρων Παττακού και Μακαρέζου και μελών του υπουργικού συμβουλίου.

Από την πρώτη στιγμή φάνηκε ότι το μέτρο οδηγούσε στο αντίθετο από εκείνο που επιθυμούσε η χούντα. Στις 14.2. οι φοιτητές του ΕΜΠ συγκεντρώθηκαν στο προαύλιο του Ιδρύματος με συνθήματα κατά της στράτευσης. Ακολούθησε η βίαιη είσοδος της αστυνομίας, η αιματηρή διάλυση της συγκέντρωσης και συλλήψεις. Ακόμα και όσοι από τους φοιτητές αμφέβαλλαν για τις προθέσεις του καθεστώτος, τώρα πια τις ένιωθαν στο πετσί τους.

Την επομένη, 15.2., τέθηκε ο νέος νόμος σε εφαρμογή: «Βάσει του περί στρατολογίας νόμου υπεγράφη σήμερον υπό του υπουργού Εθνικής Αμύνης [σ.σ.: δηλ. του ίδιου του δικτάτορα Παπαδόπουλου] απόφασις, διά της οποίας διακόπτεται η αναβολή λόγω σπουδών εις 37 σπουδαστάς Ανωτάτων Σχολών, οίτινες προέτρεπον εις αποχήν εκ των μαθημάτων άλλους σπουδαστάς, παρακωλύοντες την προσέλευσιν τούτων εις τους χώρους διδασκαλίας». Στις 16.2. το μέτρο επεκτείνεται: «Εκ του υπουργείου Εθνικής Αμύνης ανακοινούται, ότι επί τη βάσει του περί στρατολογίας νόμου, υπεγράφη σήμερον απόφασις του κ. Πρωθυπουργού ως υπουργού Εθνικής Αμύνης, διά της οποίας διακόπτεται η χορηγηθείσα αναβολή λόγω σπουδών εις άλλους 51 σπουδαστάς Ανωτάτων Σχολών, οι οποίοι προέτρεπον συναδέλφους των εις αποχώρησιν εκ των μαθημάτων, παρακωλύοντες την προσέλευσιν τούτων εις τους χώρους της διδασκαλίας».

Την ίδια μέρα αντέδρασε ο τελευταίος προδικτατορικός πρωθυπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος με σκληρή δήλωσή του, την οποία συνυπέγραφαν και οι Γ. Μαύρος, Ι. Ζίγδης, Π. Παπαληγούρας, Γ. Ράλλης και ο πρόεδρος της τελευταίας Βουλής Δ. Παπασπύρου: «Πέραν της ωμής βίας, οι κατέχοντες την εξουσίαν προσέφυγαν από χθες εις μεθόδους περισσότερον ακόμη απεχθείς. Καθιέρωσαν ως νομικόν καθεστώς της φοιτητικής ζωής την λευκήν τρομοκρατίαν. Εις τα απολυταρχικά καθεστώτα οι νόμοι παρέχουν κάποιο νομικόν περίβλημα δια την ανέλεγκτον άσκησιν της βίας και της αυθαιρεσίας. Εις την προκειμένην περίπτωσιν δεν συμβαίνει ούτε αυτό.

Πρόκειται περί πρωτοφανούς νομοθετικού τερατουργήματος που αποτελεί άρνησιν πάσης εννοίας δικαίου, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ισότητος των πολιτών».

Και ενώ οι φοιτητές κλείστηκαν για λίγες ώρες στη Νομική Σχολή, ήταν η σειρά 150 διανοουμένων και καλλιτεχνών να υψώσουν τη φωνή:

«Εκφράζουμε τη διαμαρτυρία μας για το αντιφοιτητικό και αντιδημοκρατικό μέτρο της επιστρατεύσεως φοιτητών. Τους στερεί το δικαίωμα της μορφώσεως επειδή αγωνίσθηκαν για τις ακαδημαϊκές ελευθερίες τους, για την αυτοτέλεια και την αυτοδιοίκηση των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων. Ζητάμε να ανακληθεί η απόφαση της επιστρατεύσεως». Την επομένη άλλοι 104, διανοούμενοι, καλλιτέχνες και πρώην βουλευτές συνυπέγραψαν το κείμενο. Και σε λίγες μέρες άλλοι 436.

Στις 17.2. εξέφρασε τη διαμαρτυρία του και ο πρώην πρωθυπουργός της κυβέρνησης των αποστατών Στέφανος Στεφανόπουλος σε κοινή δήλωση με πέντε πρώην υπουργούς, ενώ ακόμα και εννιά απόστρατοι ανώτεροι αξιωματικοί πρόσθεσαν την αντίθεσή τους: «Η πρωτάκουστος και παράλογος απόφασις των κρατούντων να στρατεύωνται αμέσως, όσοι εκ των σπουδαστών έχουν το θάρρος να διαμαρτύρωνται διά τας αδικίας, χωρίς να καθορίζουν οι αρμόδιοι τα στοιχεία και τας συνθήκας διαπράξεως των δήθεν παραπτωμάτων εκ μέρους των φοιτητών, καθιερώνει μέτρον της πολιτείας πρωτοφανές, προκαλούν θλίψιν και οδύνην. Ιδιαιτέρως όμως προκαλεί αγωνίαν εις ημάς το να βλέπωμεν ότι το ύψιστον προς την πατρίδα καθήκον του υπηρετείν τας σημαίας κατήντησεν υπό τας παρούσας συνθήκας να επιβάλλεται ως τιμωρία και υπό μορφήν εκδικήσεως».

Η Γενική Γραμματεία Τύπου και Πληροφοριών υποχρεώθηκε να εκδώσει την ίδια μέρα «επεξηγηματική» ανακοίνωση: «Ο σκοπός διά τον οποίον χορηγείται η αναβολή στρατεύσεως των σπουδαστών είναι η παροχή προς αυτούς της δυνατότητος όπως συνεχίσουν άνευ διακοπής τας σπουδάς των. Ενιοι σπουδασταί χρησιμοποιούν την παρεχομένην εις αυτούς, διά της αναβολής στρατεύσεως, ευχέρειαν χρόνου, όχι προς συνέχισιν των σπουδών των (από τας οποίας συστηματικώς απέχουν), αλλά διά την ανάπτυξιν δραστηριότητος συγκαλυπτούσης σκοπούς ασχέτους προς τα φοιτητικά θέματα. Επομένως οφείλουν να επιτελέσουν το προς την πατρίδα καθήκον των, στρατευόμενοι, όπως συμβαίνει με όλους τους νέους, μεθ’ ό ώριμοι πλέον να ασχοληθούν με ανεπτυγμένον περισσότερον το αίσθημα της ευθύνης με τας σπουδάς των. Πάσα άλλη ερμηνεία του ληφθέντος μέτρου, προβαλλομένη υπό μερίδος του Τύπου και τινων καπήλων των φοιτητών, δεν ανταποκρίνεται εις την πραγματικότητα».

Μέχρι τη Δευτέρα 19.2 είχαν καταταγεί 75 φοιτητές στον στρατό.

Η γενίκευση της αντίδρασης

Τις επόμενες μέρες η διεθνής κατακραυγή για το μέτρο εκφράστηκε με ψηφίσματα διαμαρτυρίας από 50 καθηγητές αγγλικών και 135 γαλλικών πανεπιστημίων. Τη δική τους φωνή πρόσθεσαν και 24 Ελληνες ποιητές, συγγραφείς, σκηνοθέτες και ηθοποιοί από τη Γαλλία, ενώ ο Μίκης Θεοδωράκης αφιέρωσε τη συναυλία του στο Τελ Αβίβ στην ελληνική φοιτητική νεολαία. Διαμαρτυρία αλληλεγγύης προς τη Σύγκλητο του ΕΜΠ, που συμπαραστάθηκε με την παραίτησή της στους φοιτητές του Ιδρύματος, εξέδωσαν και 190 διπλωματούχοι μηχανικοί.

Στις 21.2 πραγματοποιήθηκε η διήμερη κατάληψη της Νομικής Σχολής, αυτή που έχει μείνει στην ιστορία, με συμμετοχή 4.000 φοιτητών και πολλών χιλιάδων συμπαραστατών στους γύρω δρόμους.

Η χούντα άρχισε να τα χάνει από τις αντιδράσεις και επιχείρησε αναδίπλωση. Χαρακτηριστική είναι η παρέμβαση του αντιπροέδρου Στυλιανού Παττακού στη συνεδρίαση της λεγόμενης Συμβουλευτικής Επιτροπής. Στις 21.2.1973, τη μέρα που κλείστηκαν οι φοιτητές στη Νομική Σχολή, κάποιοι από τους διορισμένους σ’ αυτή τη χουντική παρωδία Βουλής, επιδίωξαν να εμφανιστούν αρεστοί στο καθεστώς, καταγγέλλοντας τους φοιτητές. Παρενέβη ο Παττακός να τους μαζέψει: «Το θέμα βρίσκεται εις οξύτητα και δεν ωφελεί η συζήτησις επ’ αυτού. Μη ρίχνετε λάδι εις την φωτιά που άναψαν τεχνηέντως μερικοί. Θα πρέπει να λάβουν μέτρα μάλλον οι γονείς δια τα παιδιά τους». Κάποιο μέλος της Συμβουλευτικής παρατήρησε ότι «οι φοιτηταί πήραν τον κακό δρόμο». Ο Παττακός τον κατακεραύνωσε: «Οχι. Τα παιδιά [sic] δεν πήραν τον κακό δρόμον. Οι φοιτηταί είναι λογικοί και σώφρονες. Συνεζήτησα μαζί τους και μπορώ να το βεβαιώσω».

Στη συνέχεια επιχείρησε να εμφανίσει το μέτρο της διακοπής της αναβολής περίπου ως «ευνοϊκό» και υποσχέθηκε τη βοήθεια του στρατού στους στρατευθέντες: «Το μέτρο της διακοπής της αναβολής ελήφθη διά τους μη φοιτώντας και ουχί διά τους φοιτητάς. Οι φοιτηταί δύνανται να είναι ήσυχοι. Οσοι φοιτούν δεν θα στρατεύωνται. Οσοι εστρατεύθησαν θα υπηρετήσουν τη θητεία των, δεν αποκλείεται όμως να λάβουν και το δίπλωμά των ενωρίτερον από τους άλλους, αρκεί να είναι επιμελείς. Ο στρατός θα τους βοηθήση και θα τους προστατεύση. Συνεπώς δεν είναι ποινή η στράτευσις».

Ακόμα και τα μέλη των Δ.Σ. των φοιτητικών συλλόγων που είχε διορίσει η χούντα υποχρεώθηκαν να καταγγείλουν το μέτρο και να επισημάνουν τον κίνδυνο που δημιουργήθηκε για το καθεστώς: «Αναφέρει το διάταγμα ότι στρατεύεται φοιτητής, ο οποίος απέχει των μαθημάτων», θα πει ο πρόεδρος του Δ.Σ. της Σχολής Μηχανολόγων του ΕΜΠ. «Αλλά εν τοιαύτη περιπτώσει θα έπρεπε να στρατευθούν πολλές χιλιάδες φοιτητών. Είναι δε προσέτι το διάταγμα από την φύσιν του άδικον διατί μετατρέπει την ιεράν υποχρέωσιν του υπηρετείν την πατρίδα εις ποινήν. Εκτός όμως του ηθικού μέρους η εφαρμογή του διατάγματος είναι πολιτικώς λίαν επικίνδυνος διότι δίδει άφθονον τροφήν εις την κομμουνιστικήν προπαγάνδα και αφήνει στην καραδοκούσαν άκραν αριστεράν την δυνατότητα να αποκτήση πολλούς οπαδούς εις τον φοιτητικόν χώρον εκμεταλλευόμενη την γενικήν αγανάκτησιν».

 Από τον Παπαδόπουλο στον Μαρκεζίνη

Φυσικά όλες οι διαμαρτυρίες των «εθνικοφρόνων» για τη μετατροπή της «ιερής υποχρέωσης» σε «ποινή» ήταν βαθιά υποκριτικές. Την περίοδο της δικτατορίας συνεχιζόταν και μάλιστα με εντατικούς ρυθμούς αυτό που άρχισε να εφαρμόζεται αμέσως μετά τον πόλεμο, η θητεία-ποινή για τους μη εθνικόφρονες. Οι κομμουνιστές, οι αριστεροί, οι «υπόπτων εθνικών φρονημάτων» και τα παιδιά τους αντιμετωπίζονταν από τον στρατό ως εσωτερικός εχθρός, ο οποίος μέσω της θητείας έπρεπε να «σπάσει», να υποταγεί. Η Μακρόνησος υπήρξε το μοντέλο αυτής της διαδικασίας για τους στρατεύσιμους. Αλλά η αιφνιδιαστική κατάταξη δεκάδων φοιτητών –που σε μεγάλο ποσοστό δεν είχαν «χαρακτηρισμένους» γονείς- στην κατηγορία των «επικινδύνων κομμουνιστών» υπήρξε ένα σοκ ακόμα και για το Α2, την υπηρεσία πληροφοριών του στρατού.

Μέχρι και η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου Αθηνών υποχρεώθηκε στις 22.2 να «εκφράσει την ευχήν, όπως ανασταλή η εφαρμογή του Ν.Δ. 1347/73 εν τη πεποιθήσει, ότι οι φοιτηταί θα θελήσουν να επαναλάβουν την παρακολούθησιν των μαθημάτων των».

Δέκα μέρες αργότερα, στις 2.3., ο Παπαδόπουλος κάλεσε διαδοχικά τις πρυτανικές αρχές και τις συγκλήτους και στη συνέχεια τα διορισμένα φοιτητικά συμβούλια για να τους συνετίσει με απειλές και ύβρεις, αλλά προσπαθώντας να μειώσει τις εντυπώσεις από τις στρατεύσεις: «Δεν θα επιστρατεύσω κανέναν φοιτητήν δι’ αποχήν εγώ», θα πει στους καθηγητές ο δικτάτορας, «εάν δεν μου το ζητήσητε εσείς. Και τούτο διότι την αποχήν φοιτητών εκ των μαθημάτων μόνον αι πανεπιστημιακαί αρχαί δύνανται ασφαλέστερον να διαπιστώσουν».

Η σύγκλητος του Πανεπιστημίου Αθηνών, ερμηνεύοντας τα λόγια του Παπαδόπουλου, διαπιστώνει την επομένη ότι «αναστέλλεται ουσιαστικώς η περαιτέρω στράτευσις των φοιτητών» και «παρέχεται η δυνατότης αντιμετωπίσεως του προβλήματος και των ήδη στρατευθέντων φοιτητών, διότι ρητώς εδηλώθη ότι ούτοι θα δύνανται να προσέρχωνται εις τας εξετάσεις των». Παρόμοια ανακοίνωση έβγαλε δυο μέρες αργότερα και η σύγκλητος του ΕΜΠ.

Βέβαια ο Παπαδόπουλος είπε και άλλα στην ίδια ομιλία. Περιέγραψε, μάλιστα, την κατάληψη της Νομικής με λόγια που μας θυμίζουν σημερινούς κυβερνητικούς παράγοντες: «Την παρελθούσαν εβδομάδα εξεβίασαν οι εκατόν τους πεντακοσίους υπολοίπους φοιτητάς, τους οποίους έκλεισαν μέσα εις την Νομικήν Σχολήν, διά να εμφανίσουν την εκδήλωσιν αυτήν ως εκδήλωσιν ενός μεγάλου αριθμού σπουδαστών. Και θέλετε και κάτι άλλο, κύριοι; Εξωθούσαν τους φοιτητάς να εξέλθουν βιαίως διά να προσκομίσουν φιάλας ή δοχεία βενζίνης και να βάλουν φωτιά εις την Νομικήν. Τους προειδοποιώ. Θα ρίψω φωτιά εις του οιουδήποτε το κεφάλι».

Ακολούθησε το «δημοψήφισμα» και η προσπάθεια νόθας «φιλελευθεροποίησης» του καθεστώτος. Αλλά οι στρατεύσεις συνεχίζονταν. Η Γενική Γραμματεία Τύπου και Πληροφοριών τον Σεπτέμβρη θα αναγκαστεί να βγάλει την ακόλουθη ανακοίνωση: «Επειδή ηγέρθησαν διαμαρτυρίαι διά την διακοπήν της αναβολής στρατεύσεως ωρισμένων φοιτητών με την δικαιολογίαν ότι κατά δήλωσιν του κ. πρωθυπουργού η τοιαύτη διακοπή θα εγένετο μόνον τη εισηγήσει των πανεπιστημιακών αρχών, παρέχονται αι ακόλουθοι διευκρινίσεις. […] Από της ανωτέρω ημερομηνίας και εφεξής [σ.σ.: δηλ. από τις δηλώσεις του Παπαδόπουλου, 2.3.1973] ουδεμία διακοπή αναβολής στρατεύσεως φοιτητού εγένετο λόγω αποχής του εκ των μαθημάτων. Αι διαταχθείσαι διακοπαί αφορούν εις τας κάτωθι αιτίας: α. Λόγω αντεθνικής διαγωγής (κομμουνιστική δραστηριότης), β. Λόγω πειθαρχικής ποινής επιβληθείσης υπό πανεπιστημιακών αρχών, γ. Λόγω καταδίκης επί παραβάσει των άρθρων 181 και 191 του ποινικού κώδικος».

Στις 25.9. θα πραγματοποιηθεί νέα διαδήλωση φοιτητών με αίτημα την κατάργηση του 1347/73 και στις 20.10. η σύγκλητος του ΕΜΠ «διατυπώνει την ευχή περί καταργήσεως του Ν.Δ. 1347/73 περί στρατεύσεως σπουδαστών».

Νέες απόπειρες συγκέντρωσης των φοιτητών της Νομικής διαλύθηκαν από την αστυνομία στις 27.10. Και πάλι πρώτο αίτημα ήταν η κατάργηση των νόμων «περί στρατεύσεως».

Την 1.11.1973, δυο βδομάδες πριν από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, ο υπουργός Παιδείας της κυβέρνησης Μαρκεζίνη θα ανακοινώσει τελικά την ανάκληση του μέτρου, αλλά όχι και την ακύρωση του νόμου: «Αποφασίζεται η επαναχορήγησις της διακοπείσης αναβολής στρατεύσεως εις άπαντας τους στρατευθέντας φοιτητάς, διότι πιστεύει η κυβέρνησις ότι ωρισμένοι εκ των στρατευθέντων φοιτητών παρεσύρθησαν». Σύμφωνα με την ανακοίνωση, το σύνολο των στρατευθέντων έφτανε εκείνη τη στιγμή τους 110. «Η κυβέρνησης φρονεί ότι η κρίσις περί της τύχης των Ν.Δ. περί στρατεύσεως ενδείκνυται να αφεθή εις το λαοπρόβλητον και κυρίαρχον νομοθετικόν σώμα, το οποίο θα προκύψη εκ των διεξαχθησομένων βουλευτικών εκλογών».

Μέχρι και την παραμονή της κατάληψης του Πολυτεχνείου, στις 13.11.1973 υπήρχαν φοιτητικές διαμαρτυρίες στην ΑΣΟΕΕ για τη στράτευση των αμνηστευθέντων φοιτητών-πολιτικών κρατουμένων. Εκείνες τις μέρες έπαιρναν οι στρατευθέντες φοιτητές τα φύλλα πορείας με την επαναχορήγηση της αναβολής. Κάποιοι πρόλαβαν να κλειστούν στο Πολυτεχνείο. Κάποιους τους βρήκε στον δρόμο η κήρυξη του στρατιωτικού νόμου. Και υποχρεώθηκαν να περάσουν από τον στρατό κατευθείαν στην παρανομία.

…………………………………………………………………………………………………………………………..

Η δικτατορία μιμείται τον τσάρο

Εβδομήντα χρόνια πριν από τη χούντα, το ίδιο μέτρο είχε εφαρμόσει στη Ρωσία το τσαρικό καθεστώς. Στις αρχές του 1901 είχε επιστρατεύσει 183 φοιτητές επειδή είχαν πρωτοστατήσει στο παμφοιτητικό συνέδριο το καλοκαίρι του 1900 στην Οδησσό και είχαν εκφράσει τη διαμαρτυρία τους για διάφορα φαινόμενα της ακαδημαϊκής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής.

O Λένιν θα αναφερθεί στην υπόθεση τον Γενάρη του 1901, με σχόλια που λες και είναι γραμμένα στην Ελλάδα το 1973:

«Οι φοιτητές θέλουν να συζητούν και να χειρίζονται τις κοινές τους υποθέσεις ελεύθερα κι ανεξάρτητα. Οι πανεπιστημιακές αρχές με την κούφια τυπολατρία, που ανέκαθεν διακρίνει τη ρωσική γραφειοκρατία, απαντούν με μικρόπρεπα τραβολογήματα των φοιτητών, αποκορυφώνουν τη δυσαρέσκεια κι άθελα σπρώχνουν τη σκέψη της νεολαίας στη διαμαρτυρία ενάντια σ’ όλο το σύστημα τού αστυνομικού και γραφειοκρατικού δεσποτισμού.

Η κυβέρνηση με τον πανικό της δείχνει ότι δεν αισθάνεται τη θέση της καθόλου σταθερή και πιστεύει μόνο στη δύναμη τής λόγχης και του βούρδουλα, που την προστατεύουν από τη λαϊκή οργή. […]

Σε πολλές σκέψεις και συγκρίσεις οδηγεί η καινούργια αυτή τιμωρία [σ.σ.: η επιστράτευση], καινούργια, γιατί αποτελεί προσπάθεια αναβίωσης του παρελθόντος, που από καιρό έχει φάει το ψωμί του. Εδώ και τρεις γενιές, η επιστράτευση ήταν συνηθισμένη τιμωρία που ανταποκρινόταν πέρα για πέρα σ’ ολόκληρο το καθεστώς της ρωσικής φεουδαρχικής κοινωνίας. Τα αρχοντόπουλα τα επιστράτευαν για να τα υποχρεώσουν να υπηρετήσουν και να φτάσουν ως το βαθμό του αξιωματικού, αναστέλλοντας γι’ αυτό το σκοπό τα αριστοκρατικά τους προνόμια. Τον αγρότη τον έστελναν στο στρατό σαν σε πολύχρονα καταναγκαστικά έργα, όπου τον περίμεναν απάνθρωπα βασανιστήρια.

Ομως, να που εδώ και πάνω από ένα τέταρτο του αιώνα στη χώρα μας ισχύει η “γενική” στρατιωτική θητεία, που η καθιέρωσή της είχε υμνηθεί εκείνο τον καιρό σαν μεγάλη δημοκρατική μεταρρύθμιση. Η γενική, όχι μονάχα στα χαρτιά, αλλά και στην πραγματικότητα, στρατιωτική θητεία είναι αναμφίβολα δημοκρατική μεταρρύθμιση: γιατί ξεκόβει από τις διακρίσεις των τάξεων και καθιερώνει την ισοτιμία των πολιτών. Μα αν ήταν έτσι στην πραγματικότητα, θα μπορούσε μήπως τότε η επιστράτευση να χρησιμεύει σαν τιμωρία; Και όταν η κυβέρνηση μετατρέπει τη στρατιωτική θητεία σε τιμωρία, δεν αποδείχνει τάχα μ’ αυτό ότι βρισκόμαστε πολύ πιο κοντά στη βίαιη στρατολογία παρά στη γενική στρατιωτική θητεία;

Στην ουσία, εμείς δεν είχαμε κι ούτε έχουμε γενική στρατιωτική θητεία, γιατί τα προνόμια της αριστοκρατικής καταγωγής και του πλούτου δημιουργούν ένα σωρό εξαιρέσεις. Στην ουσία, εμείς δεν είχαμε κι ούτε έχουμε τίποτα που να μοιάζει με ισοτιμία των πολιτών στη διάρκεια της στρατιωτικής υπηρεσίας. Αντίθετα, ο στρατώνας είναι διαποτισμένος πέρα για πέρα από το πνεύμα της πιο εξοργιστικής έλλειψης δικαιωμάτων. Ελλειψη κάθε προστασίας των στρατιωτών που προέρχονται από αγρότες είτε εργάτες, καταπάτηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, εκβιασμοί, ξύλο και πάλι ξύλο. Μα σε κείνους που έχουν ισχυρά μέσα και χρήματα παρέχονται προνόμια και εξαιρέσεις. Δεν είναι παράξενο που η αποστολή σ’ αυτό το σχολειό της αυθαιρεσίας και της βίας μπορεί να είναι τιμωρία και μάλιστα πολύ βαριά τιμωρία, που πλησιάζει τη στέρηση δικαιωμάτων.

Η κυβέρνηση λογαριάζει σ’ αυτό το σχολειό να διδάξει την πειθαρχία στους “στασιαστές”. Μήπως όμως πέφτει έξω στο λογαριασμό της; Μήπως το σχολειό της ρωσικής στρατιωτικής υπηρεσίας γίνει στρατιωτική σχολή για την επανάσταση; [Οι φοιτητές στο στρατό] θα δουν ποια είναι στην πραγματικότητα η κατάσταση του απλού λαού, θα πονέσουν για τους εξευτελισμούς και τις βιαιοπραγίες, που θα υποχρεώνονται να βλέπουν καθημερινά, και θα καταλάβουν ότι οι αδικίες και οι κατατρεγμοί που υποφέρουν οι σπουδαστές είναι σταγόνα στον ωκεανό της καταπίεσης του λαού. Οποιος το καταλάβει αυτό θα βγει από τη στρατιωτική υπηρεσία με τον όρκο του Αννίβα: να παλέψει μαζί με την πρωτοπόρα τάξη του λαού για την απελευθέρωση του λαού από το δεσποτισμό».

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s