Ο Μεσοπόλεμος, το λαϊκό κίνημα και οι δάσκαλοι(1)- ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ

Με τη δημοσίευση αυτή αρχίζει μία σειρά δημοσιεύσεων με θέμα “Ο Μεσοπόλεμος, το λαϊκό κίνημα και οι δάσκαλοι”.  Πρόκειται μία από τις θεματικές μιας ευρύτερης εργασίας του Red_Force. Η εργασία θα δημοσιευθεί σε έξι συνέχειες.  Το πρώτο μέρος αφορά την παράθεση και ερμηνεία των κυριότερων κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών εξελίξεων στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου.

xitler-mousolini1

Ο Μεσοπόλεμος(1919-1939), όπως αποκαλύπτει και ο όρος, αποτελεί το διάστημα ανάμεσα στον Α’ και τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο˙ πολέμων που  διεξήχθησαν με σκοπό το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα των σφαιρών επιρροής και των αγορών μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Ο Λένιν σε ομιλία του το 1918 υποστήριξε ότι στην εποχή που ο καπιταλισμός περνά στο ανώτατο στάδιό του, ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος: «Πού βρίσκεται λοιπόν αυτό το αναπόφευκτο; Βρίσκεται στο ότι ο καπιταλισμός συγκέντρωσε τα πλούτη της Γης στα χέρια μερικών κρατών, μοίρασε ως την τελευταία λωρίδα την υφήλιο. Νέο μοίρασμα, νέος πλουτισμός δεν μπορεί να γίνει παρά σε βάρος των άλλων, του ενός κράτους σε βάρος του άλλου. Το πρόβλημα αυτό μπορεί να λυθεί μόνο με τη δύναμη – και γι’ αυτό ο πόλεμος ανάμεσα στους παγκόσμιους άρπαγες είναι αναπόφευκτος». (Λένιν, οπ. αναφ. σε Πετρόπουλος, 2005, σ. 23) Η κατάσταση, όπως είχε διαμορφωθεί μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Η ηττημένη στον πόλεμο Γερμανία έμεινε χωρίς αποικίες ενώ επιπλέον έχασε και το 1/8 των εδαφών της, και από το 1923 το 10% του πληθυσμού της, με την εισβολή της Γαλλίας στο Ρουρ. Η Ιαπωνία και η Ιταλία αν και ήταν με το μέρος των νικητών θεωρούσαν τον εαυτό τους αδικημένο. Τη μερίδα του λέοντος την  είχαν κατακτήσει η Αγγλία, η Γαλλία και οι ΗΠΑ.[1](Πετρόπουλος, 2005, σ.23)

Τα γεγονός που σημάδεψε σε παγκόσμιο επίπεδο την περίοδο του  Μεσοπολέμου είναι –αναμφίβολα- η μεγάλη καπιταλιστική οικονομική κρίση του 1929-33, η οποία ήταν η πιο βαθιά και καταστροφική από όλες τις προηγούμενες. Είχε τον χαρακτήρα της κλασικής, περιοδικής κρίσης του καπιταλισμού. Σε αυτές, λόγω της άναρχης οικονομικής ανάπτυξης που επιβάλει στην παραγωγή το κίνητρο του κέρδους, εκδηλώνεται αφενός υπερσυσσώρευση κεφαλαίων και  υπερπαραγωγή προϊόντων και αφετέρου φτώχεια και περιορισμός της  κατανάλωσης των μαζών. Να πως περιέγραφαν οι Κ.Μάρξ και Φ. Ένγκελς το φαινόμενο αυτό: «Στις κρίσεις ξεσπά μια κοινωνική επιδημία που σε κάθε άλλη προηγούμενη εποχή θα φαινόταν σαν παραλογισμός, η επιδημία της υπερπαραγωγής(..)Γιατί η κοινωνία έχει πάρα πολύ πολιτισμό, πάρα πολλά μέσα ύπαρξης, πάρα πολλή βιομηχανία, πάρα πολύ εμπόριο. Οι παραγωγικές δυνάμεις που διαθέτει δεν χρησιμεύουν πια για την προώθηση του αστικού   πολιτισμού και των αστικών σχέσεων ιδιοκτησίας. Αντίθετα, έγιναν πάρα πολύ μεγάλες γι’ αυτές τις σχέσεις, εμποδίζονται από αυτές. Και κάθε φορά που οι παραγωγικές δυνάμεις ξεπερνούν το εμπόδιο αυτό, φέρνουν σε αναταραχή  ολόκληρη την αστική κοινωνία, απειλούν την ύπαρξη της αστικής ιδιοκτησίας. Οι αστικές σχέσεις έγιναν πάρα πολύ στενές για να περιλάβουν τα πλούτη που δημιουργήθηκαν απ’ αυτές. Πώς ξεπερνά η αστική τάξη τις κρίσεις; από τη μια μεριά καταστρέφοντας αναγκαστικά μάζες από παραγωγικές δυνάμεις. Από την άλλη, κατακτώντας καινούριες αγορές και εκμεταλλευόμενη πιο βαθιά τις παλιές. Πώς, λοιπόν; Προετοιμάζοντας πιο ολόπλευρες και πιο τεράστιες    κρίσεις και ελαττώνοντας τα μέσα για να τις προλαβαίνει».(Μαρξ & Ένγκελς, 2008, σ.32) Η κρίση χτύπησε πρώτα τις ΗΠΑ, γιατί εκεί η κεφαλαιοκρατική συσσώρευση έφτασε σε τέτοιο σημείο ανάπτυξης που δεν ήταν δυνατόν να την απορροφήσει η αμερικανική αγορά και ο υπόλοιπος κόσμος. Δεν είναι, επίσης, τυχαίο που η δεύτερη χώρα που επλήγη περισσότερο από την κρίση είναι η ανερχόμενη Γερμανία.[2](Πετρόπουλος, 2005, σ.23)

Τόσο οι δύο πόλεμοι όσο και η κρίση αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα  της περιόδου του μονοπωλιακού καπιταλισμού που έχουν εισέλθει οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες της Ευρώπης και οι ΗΠΑ από το μέσα της δεκαετίας του ’10. Κατά τη φάση αυτή οι αντιθέσεις του καπιταλισμού εντείνονται. Η απόδοση του κεφαλαίου είναι διαρκώς μικρότερη (πρέπει να ακινητοποιείται όλο και μεγαλύτερο κεφάλαιο για κέρδος με πτωτική τάση). Εξού και η ανάγκη συγκέντρωσης που ανανεώνει βαθιά τις  γενικές συνθήκες της παραγωγής. Σε αυτήν την περίοδο το κράτος έχει αναγκαστικά μία ιδιαίτερη μορφή: οφείλει να ενισχύσει το μηχανισμό του, να συγκεντρώσει τις εξουσίες με σκοπό όχι μόνο να ελέγχει αλλά και να  κατευθύνει αυτήν την τάση που οι επιχειρήσεις δεν μπορούν από μόνες τους να κατευθύνουν γιατί ένα συνολικό σχέδιο είναι απαραίτητο για μια τέτοια  διαδικασία (κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός-ΚΜΚ). (Miaille, 1983, σσ. 136-137)

Ακριβώς σε αυτήν την περίοδο απαιτείται περισσότερο από ποτέ μία  ιδεολογία που αφενός θα λειτουργεί σαν βάση κυβερνητικής διαχείρισης στο έδαφος του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού και αφετέρου θα απορροφά με τον «μανδύα» της οικουμενικότητας τους κραδασμούς που δημιουργούν οι ταξικές αντιθέσεις και οι εργατικές-λαϊκές κινητοποιήσεις. Τέτοιες ιδεολογίες ήταν ο ιταλικός φασισμός (θιασώτης του ισχυρού κράτους- κληρονόμου της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας) και ο γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός (θεματοφύλακας και πρόμαχος της καθαρότητας της «άριας φυλής»).

Η κυριαρχία του φασισμού έρχεται πρώτα στην Ιταλία, το 1922. Η λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου βρήκε την Ιταλία να έχει χάσει πολύτιμα εδάφη, πάνω από 700 χιλιάδες Ιταλοί είχαν χάσει τη ζωή τους και οι στρατιωτικές  δαπάνες είχαν απορροφήσει το 80% του προϋπολογισμού. Επιπλέον στα χρόνια 1919-20 μια τεράστια οικονομική κρίση θα συγκλονίσει την Ιταλία. Κρίση που σύντομα μετατράπηκε σε επαναστατική. Από τα τέλη του 1920, η αστική μονοπωλιακή τάξη θα περάσει στην επίθεση, ενισχύοντας τις φασιστικές ομάδες του Μπενίτο Μουσολίνι – τα «Fasci Italiani di Compattimento» – και του συγγραφέα Γκαμπριέλε ντ’ Ανούντσιο.[3] Η  φασιστική επίθεση της ιταλικής αστικής τάξης θα ολοκληρωθεί με την κατάληψη της εξουσίας από τους φασίστες τον Οκτώβρη του 1922.(Πετρόπουλος, 2005, σ. 17).

Ακόμα γνωστότερη είναι η περίπτωση του τέλους της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και της ανόδου του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος στην εξουσία. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης εγκαθιδρύεται μετά την ήττα της εργατικής  επανάστασης του 1918-19, για να λήξει στις 28 Φλεβάρη του 1933 όταν  ύστερα από πρόταση της κυβέρνησης του Χίτλερ, ο πρόεδρος της Γερμανίας Χίντεμπουργκ ανέστειλε με έκτακτο διάταγμα όλα τα άρθρα του Συντάγματος της Βαϊμάρης που εγγυόντουσαν την ελευθερία του ατόμου, του λόγου, του Τύπου, των συγκεντρώσεων και της ίδρυσης συνδικαλιστικών Οργανώσεων. Πώς φτάσαμε όμως ως εκεί; Καταρχήν μέσα στη δεκαετία του ’20, στα πλαίσια των μεταξύ τους ανταγωνισμών οι νικητές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ήραν σε μεγάλο βαθμό με τα σχέδια Ντόζ(1924) και Γιάνγκ(1929) τους στρατιωτικούς και οικονομικούς περιορισμούς που είχαν επιβάλλει στην ηττημένη Γερμανία μέσω της Συνθήκης των Βερσαλλιών (Πετρόπουλος 2005, σ.8). Επιπλέον, στην περίοδο της οικονομικής κρίσης 1929 – 1933, οι   ιδιοκτήτες των μονοπωλίων στη Γερμανία είχαν να αντιμετωπίσουν την  ανάπτυξη του   αντικαπιταλιστικού κινήματος και το δυνάμωμα της επιρροής του Κομμουνιστικού Κόμματος. Έτσι λοιπόν, το ναζιστικό κόμμα που στις   εκλογές του Μάη του 1928 πήρε το 2,6% των ψήφων, φτάνει το Σεπτέμβρη του 1930 να συγκεντρώνει το 18,3%(6,4 εκατομμύρια ψήφοι) και τον Ιούλη του 1932 13,7 εκατομμύρια ψήφους. Το Νοέμβρη του ίδιου έτους ξαναγίνονται εκλογές. Το ναζιστικό κόμμα χάνει 2 εκατομμύρια ψήφους. Απώλειες καταγράφουν και οι σοσιαλιστές. Το Κομμουνιστικό Κόμμα, παρά την τρομοκρατία των ταγμάτων εφόδου συγκεντρώνει 5,4 εκατομμύρια ψήφους. Το Γενάρη του 1933 στην   Κολονία, συναντήθηκαν οι ιδιοκτήτες μονοπωλίων, Φέγκλερ, Κίρντορφ, Τίσεν και Σρέντερ με τον Πάπεν, τον Χούγκεμπεργκ και τον Χίτλερ. Στη συνάντηση αυτή λύθηκε οριστικά το πρόβλημα της παράδοσης της εξουσίας στον Χίτλερ. Στις 30 του ίδιου μήνα, ο Χίντεμπουργκ χρίζει το Χίτλερ καγκελάριο. Νέα συνάντηση βιομηχάνων τον επόμενο μήνα αποφασίζει τη χρηματοδότηση των ναζί με 3 εκατομμύρια μάρκα ενόψει των επερχόμενων εκλογών το Μάρτη του ίδιου χρόνου. Στις εκλογές αυτές οι εθνικοσοσιαλιστές συγκεντρώνουν το 43,9% των ψήφων[4](Πετρόπουλος, 2003, σ.12).

Η μορφή διαχείρισης των φασιστικών καθεστώτων ήταν αφενός η συνέχιση και η ένταση της ταξικής εκμετάλλευσης ενώ παράλληλα προετοιμάζονταν ένα νέο πολεμικό μοίρασμα των εδαφών και των αγορών. Αυτό απαιτούσε ομοιογένεια και εσωτερική συνοχή. Ο Μουσολίνι, το 1927, περιέλαβε στον ιταλικό εργατικό χάρτη την αρχή της εργασίας για το εθνικό καλό. «Η εργασία σ’ όλες τις μορφές… είναι κοινωνικό καθήκον». Η παραγωγή «έχει ένα μόνον αντικείμενο, την ατομική ευημερία και την ανάπτυξη της εθνικής ισχύος(Sabine, 1961, σ.σ.934-5). Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από μια ομιλία του Γερμανού βιομηχάνου Κρουπ, σχετικά με την εγκαθίδρυση του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος στη Γερμανία: «Ο Εθνικοσοσιαλισμός απελευθέρωσε τον Γερμανό εργάτη από τη μέγγενη ενός δόγματος (σ.σ. του κομμουνισμού) που ήταν βασικά εχθρικό τόσο για τον εργοδότη όσο και για τον εργαζόμενο. Ο Αδόλφος Χίτλερ επέστρεψε τον    εργάτη στο έθνος του.   Τον μετέτρεψε σε πειθαρχημένο στρατιώτη της εργασίας και συνεπώς σύντροφό μας(σ.σ των βιομηχάνων)». (Γκίκας, 2009, σ.13)[5] O φασισμός και ο ναζισμός είναι φύσει και θέσει αντικομμουνιστικές ιδεολογίες. Ιδεολογίες που όχι μόνο απορρίπτουν αλλά και πολεμούν την αρχή της ταξικής πάλης. Όπως δήλωνε και ο Μουσολίνι στην «Εγκυκλοπαίδεια»: «Πάνω από όλα ο φασισμός αρνείται ότι ο ταξικός αγώνας είναι κυρίαρχος δύναμη στη διαμόρφωση της κοινωνίας»(Sabine, 1961, σ.967).

 

[1] Η Αγγλία και η Γαλλία όμως παρουσίαζαν κάμψη στην οικονομική και πολιτική τους δύναμη, σε αντίθεση βέβαια με τις Ηνωμένες Πολιτείες που ακολουθούσαν ακριβώς αντίστροφη πορεία. Γράφει χαρακτηριστικά ο Ν. Ψυρούκης: «Το 1918, η Μεγάλη Βρετανία στο εμπορικό της ισοζύγιο είχε παθητικό 814,8 δισ. δολάρια και η Γαλλία 17,6 δισ., ενώ οι ΗΠΑ είχαν ενεργητικό 3.118 δισ. Δολάρια»( Ψυρούκης οπ. αναφ. σε Πετρόπουλος, 2005, σ.23).

 

 

[2] Χαρακτηριστική είναι η εικόνα που παρουσιάζουν στο διάστημα της κρίσης τα τέσσερα μεγάλα ιμπεριαλιστικά κράτη όσον αφορά στους τομείς της παραγωγής και της απασχόλησης. Ο δείκτης της βιομηχανικής παραγωγής (1929=100) ήταν το 1932 στην Αγγλία – 83, στη Γαλλία – 72, στις ΗΠΑ – 54 και στη Γερμανία – 53. Το 1938 στη Γαλλία ανέβηκε μόνο στο 76 και στις ΗΠΑ έως το 72. Η ανεργία τραντάζει όλες τις κεφαλαιοκρατικές χώρες και παίρνει καταστροφικές διαστάσεις. Το 1932 στην Αγγλία υπήρχαν 3,5 εκατομμύρια άνεργοι, στη Γερμανία 8 εκατομμύρια και στις ΗΠΑ 17 περίπου εκατομμύρια).(Πετρόπουλος, 2005, σ.8)

 

 

[3] «Ως ηγέτες ενός εθνικιστικού ”πολέμου εναντίον του μπολσεβικισμού” οι Fasci αυξήθηκαν από 20.000 – που πλήρωναν τακτικά τη συνδρομή τους – στα τέλη του 1920 σε σχεδόν 100.000 μέλη στα τέλη του Απριλίου του 1921 και τον αμέσως επόμενο μήνα σχεδόν διπλασιάστηκαν, φτάνοντας τα 187.588 μέλη».(Πέιν, οπ.αναφ. σε Πετρόπουλο, 2005, σ.16)

 

 

[4] «Μετά από πρόσκληση του Γκέρινγκ, περίπου 25 από τους μεγαλύτερους βιομήχανους της Γερμανίας, μαζί με τον Σάχτ (σ.σ. Προέδρου της Τράπεζας του Ράιχ και από το 1934 Υπουργού Οικονομικών των Ναζί), συναντήθηκαν στο Βερολίνο στις 20 Φεβρουαρίου 1933(..) Στη συνάντηση αυτή ο Χίτλερ ανακοίνωσε την πρόθεση των συνωμοτών (σ.σ. των Ναζί) να αποκτήσουν τον ολοκληρωτικό έλεγχο της Γερμανίας, να διαλύσουν το κοινοβουλευτικό σύστημα, να κτυπήσουν κάθε αντιπολίτευση με βία και να αποκαταστήσουν τη δύναμη της Βέρμαχτ. Μεταξύ των παρευρισκόμενων ήταν ο Γουστάβος Κρουπ, επικεφαλής της πολεμικής βιομηχανίας Alfried Krupp A.G, τέσσερα ηγετικά στελέχη της I.G Farben(..), o Αλβέρτος Βόγκλερ, επικεφαλής της United Steel Works της Γερμανίας και άλλοι επιφανείς βιομήχανοι» (Πρακτικά Δικών Νυρεμβέργης οπ.αναφ σε Γκίκας, 2009, σ.12)

[5]  Επιπλέον, το γερμανικό «συνδικαλιστικό» σύστημα, που νομοθετήθηκε το 1939, προέβλεπε τη δημιουργία συνδικάτων από εργάτες και ιδιοκτήτες, που συζητούσαν τα μισθολογικά και τις άλλες διαφορές τους χωρίς να καταφεύγουν σε απεργίες και λοκ-άουτ. (Sabine, 1961, σ.967)

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

 

Miaille, M (1983). Το κράτος του δικαίου- Εισαγωγή στην κριτική του Συνταγματικού Δικαίου.  Αθήνα: Παρατηρητής.

Sabine, G.H. (1961). Ιστορία των πολιτικών θεωριών. Αθήνα: Μ.Πεχλιβανίδης & Σία Α.Ε

Ένγκελς Φρ. & Μαρξ Κ. (2008). Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Λένιν, Β.Ι (1986). Άπαντα, τόμος 37. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Πέιν, Στ. (2000). Ιστορία του Φασισμού. Αθήνα: ΦΙΛΙΣΤΩΡ.

Πρακτικά Δικών της Νυρεμβέργης, τόμος 1. (1946)

Ψυρούκης, Ν. (2009). Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Αθήνα: ΚΟΥΚΙΔΑ.

 

Άρθρα:

Γκίκας, Α. (23/8/2009). Μονοπώλια και Φασισμός: Δεσμοί αίματος που δεν παραγράφονται. Ριζοσπάστης. 12-13.

Πετρόπουλος, Γ. (10/5/2005). Ο κόσμος μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.  Ριζοσπάστης. 23.

Πετρόπουλος, Γ. (12/5/2005). Η οικονομική ανόρθωση της Γερμανίας. Ριζοσπάστης. 8.

Πετρόπουλος, Γ. (13/5/2005). Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση 1929-1933. Ριζοσπάστης. 8.

Πετρόπουλος, Γ. (14/5/2005). Το πολιτικό ρεύμα του φασισμού. Ριζοσπάστης. 16.

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s