Ο Μεσοπόλεμος, το λαϊκό κίνημα και οι δάσκαλοι (2)- Ο ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΤΟΥ 1929-33 ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ

mais_36

Η ΚΡΙΣΗ ΧΤΥΠΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Τα όσα διαδραματίζονταν την περίοδο εκείνη σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο στην Ευρώπη δε θα μπορούσαν παρά να έχουν άμεσο αντίκτυπο στη χώρα μας. Η Ελλάδα ήταν μία χώρα που είχε αρχίσει να μπαίνει καθυστερημένα –μετά το Κίνημα στο Γουδί το 1909- και δειλά-δειλά στο δρόμο των αστικοδημοκρατικών εκσυγχρονισμών ακολουθώντας τις ανεπτυγμένες  καπιταλιστικές χώρες. Επιπλέον το χαμηλό επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων και ο μεγάλος εξωτερικός δανεισμός (κυρίως απέναντι στην Αγγλία) καθιστούσε τη χώρα μας εξαρτώμενη –και άρα άμεσα επηρεαζόμενη- από τις ανεπτυγμένες χώρες.

Έτσι λοιπόν, ακολουθήθηκε η ίδια συνταγή. Στα σύνθετα και μεγάλα προβλήματα που φόρτωσε στη χώρα μας ο μικρασιατικός όλεθρος, ήρθαν –ουσιαστικά- να προστεθούν οι συνέπειες της μεγάλης καπιταλιστικής  οικονομικής κρίσης του 1929-33, που (επίσημα τουλάχιστον) «χτύπησε» τη χώρα μας στα 1932. Η προσπάθεια εξόδου από την κρίση εις βάρος των λαϊκών στρωμάτων δημιούργησε έντονη δυσφορία και άνοδο των αγωνιστικών διαθέσεων του λαού. Αυτό είχε ως συνέπεια την δυσκολία διαμόρφωσης στέρεου και ασφαλούς εδάφους –από την πλευρά της άρχουσας τάξης της χώρας- σε ότι αφορά αφενός τη διακυβέρνηση και αφετέρου την «απορρόφηση» των αγωνιστικών σκιρτημάτων των εργαζομένων. Πρόβαλε, λοιπόν, η  ανάγκη για την δημιουργία ενός καθεστώτος μέσα στα πλαίσια του συστήματος, γενναιόδωρου απέναντι στους εφοπλιστές και τους τραπεζίτες, αυταρχικού απέναντι στο λαό, που θα εξασφάλιζε «ηρεμίαν, τάξιν και  ασφάλειαν» στη χώρα.

Η πενταετία 1925-30 έχει καταγραφεί στην ιστορία, ως η περίοδος της   μερικής, προσωρινής σταθεροποίησης του καπιταλισμού γενικά και στην Ελλάδα ειδικότερα.(Κατσαντώνης, 1998, σ.11) Παρόλα αυτά, η καθυστερημένη καπιταλιστική ανάπτυξη της χώρας και οι συνέπειες της μικρασιατικής    καταστροφής έκαναν την σταθεροποίηση αυτή περισσότερο ισχνή και περιορισμένη. Φτάνει να ειπωθεί ότι στο τέλος της πενταετίας, σύμφωνα με υπολογισμούς της Ενωτικής ΓΣΕΕ, το μέσο μεροκάματο των ανδρών αντιπροσώπευε το 51,13% και των γυναικών το 45,45% του μέσου μεροκάματου του 1914. Αυτό δεν εμπόδιζε την άρχουσα τάξη να ευαγγελίζεται μία οικονομική ανάπτυξη αέναη και απαλλαγμένη από κρίσεις. Χαρακτηριστικά, ο πρωθυπουργός Ε.Βενιζέλος δήλωνε το Γενάρη του 1930: «Το έτος 1930 θα είναι καλύτερον του 1929, όπως το 1929 ήτο καλύτερον του 1928».(Σάρλης, 1987, σ.10)

Η Ελλάδα, σαν χώρα που ακολουθούσε τον κεφαλαιοκρατικό δρόμο     ανάπτυξης, δε θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη σε ό,τι έχει να κάνει με τις συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Σε σύγκριση με το 1928 η    βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε το 1930 κατά 7,2% και το 1931 κατά 14,8%. Η αξία της αγροτικής παραγωγής έπεσε από 11,268 δις δραχμές το 1928 σε 5,5 δις το 1932. Παρόμοια η κατάσταση και στο εξωτερικό εμπόριο όπου σημειώθηκε απότομη αύξηση του ελλείμματος του ισοζυγίου του εξωτερικού εμπορίου. Το 1932, οι εισαγωγές ήταν κατά 14,5% μικρότερες σε σχέση με το επίπεδο του 1929, ενώ οι εξαγωγές κατά 31,6%.(ibid, σ.σ.12-13)

Ένα από τα μέσα που προσπάθησε η άρχουσα τάξη της χώρας να βρει  διέξοδο ήταν ο εξωτερικός δανεισμός. Την περίοδο 1929-31 η χώρα δανείστηκε συνολικά 12 εκατομμύρια λίρες. Οι πληρωμές του εξωτερικού χρέους απορρόφησαν το 43% των εσόδων του προϋπολογισμού του 1931-32. Αδυνατώντας να σηκώσει το τεράστιο αυτό βάρος, η χώρα κήρυξε χρεοστάσιο την 1η Μάη του 1932.(ibid, σ.13)

Δυστυχώς ο δανεισμός αυτός δεν ήταν ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος. Το 1932 η Ελλάδα χρωστούσε σε ξένους πιστωτές 1963 εκατομμύρια χρυσά φράγκα(εκ των οποίων τα 1311 σε Άγγλους). Από το 1821 μέχρι το 1932 η Ελλάδα πήρε από ξένους τραπεζίτες 2.200 εκατομμύρια χρυσά φράγκα και στο ίδιο διάστημα πλήρωσε σε τόκους και χρεολύσια 183 εκατομμύρια περισσότερα απ’ όσα πήρε. Κι όμως το 1932 εξακολουθούσε να χρωστά 1963 εκατομμύρια χρυσά φράγκα. (ibid, σ.131)

Και σε αυτήν την περίπτωση, όπως σε όλες τις κρίσεις του καπιταλιστικού συστήματος, οι συνέπειες φορτώθηκαν πάνω στις πλάτες του λαού. Ενός λαού που δεν είχε προλάβει να συνέλθει ακόμα από τις τραγωδίες των προηγούμενων δεκαετιών. Τρομακτικές διαστάσεις πήρε η ανεργία. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία οι άνεργοι έφταναν το 1929 τις 82.000, το 1930 τις 165.000, το 1931 τις 218.000 και το 1932 τις 237.000 φτάνοντας η ανεργία να αγγίζει το 1/3 περίπου της εργατικής τάξης της χώρας.[ibid, σ.15 & Κουζινόπουλος(επιμ.), 1984, σ.σ.10-11] Οι εργάτες που δεν έχασαν τη δουλειά τους δούλευαν περισσότερες ώρες και εντονότερα και αμείβονταν με λιγότερα χρήματα. Το ονομαστικό μεροκάματο μειώθηκε κατά 13%![Κουζινόπουλος(επιμ.), 1984, σ.11] Επιπλέον, η συνεχής αύξηση των   τιμών στα είδη πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης και η αύξηση της φορολογίας συμπίεζαν ακόμα περισσότερο το πραγματικό λαϊκό εισόδημα, η μείωση του οποίου έφτασε στα χρόνια της κρίσης το 30%(Σάρλης, 1987, σ.15)

Οι συνέπειες της κρίσης για τους αγρότες, που αποτελούσαν το 67% του πληθυσμού, ήταν βαρύτατες. Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Εσωτερικών, μέχρι το Γενάρη του 1930 μόνο στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία και την περιοχή του Μεσολογγίου είχαν εκδοθεί από τις αρχές 281.124 εντάλματα σύλληψης αγροτών για μη πληρωμή φόρων. Ακόμα πιο χαρακτηριστική είναι η διαδικασία διαφοροποίησης των αγροτών. Πριν την κρίση, στις καπνοπαραγωγικές περιοχές, οι πλούσιοι αγρότες αποτελούσαν το 5% του πληθυσμού, οι μεσαίοι αγρότες το 80-90% και οι φτωχοί το 5-10%. Το 1933 η εικόνα είχε αλλάξει ριζικά: πλούσιοι αγρότες 1-2%, μεσαίοι 8-9%, φτωχοί 90%. Σοβαρότατες ήταν οι συνέπειες και για τα μικρομεσαία στρώματα της πόλης. Μόνο στην Αθήνα το πρώτο εξάμηνο του 1932 χρεοκόπησαν 250 μικρές επιχειρήσεις. Σοβαρός αριθμός τέτοιων επιχειρήσεων καταβροχθίστηκε από τις μεγάλες εταιρίες. Οι βαριές συνέπειες της κρίσης έγιναν σοβαρά αισθητές και στον τομέα της εκπαίδευσης. Μέσα στην τριετία 1929-31 ο     αριθμός των μαθητών της μέσης εκπαίδευσης μειώθηκε από 96.204 σε 57.225, δηλαδή κατά 40,5%.   Στο διάστημα αυτό μειώθηκε επίσης και ο αριθμός των σπουδαστών στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας. (ibid, σ.σ.18-19)

 ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 1928-1933 ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο διάστημα αυτό δρομολογούνται μια σειρά εξελίξεις και στο επίπεδο της πολιτικής διακυβέρνησης. Στις 19.8.1928 γίνονται εκλογές με πλειοψηφικό σύστημα. Πρώτο έρχεται το Κόμμα των Φιλελευθέρων με 225 βουλευτές.  Ακολουθεί το Λαϊκό Κόμμα με 25 έδρες. Η κυβέρνηση Βενιζέλου διατηρήθηκε στην εξουσία 4 χρόνια, παρά τις ραγδαίες μεταβολές που επέφερε η κρίση σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Στο διάστημα αυτό ψηφίζεται και ο νόμος περί Ιδιώνυμου, που έπαιξε σοβαρό ρόλο στην ποινικοποίηση και την καταστολή των λαϊκών κινητοποιήσεων. Στις 25.9.1932 γίνονται εκλογές με αναλογική και το Κόμμα των Φιλελευθέρων ηττάται. Πρώτο έρχεται το Λαϊκό Κόμμα. Το Ενιαίο Μέτωπο Εργατών-Αγροτών(με κορμό το ΚΚΕ) λαμβάνει 58.223 ψήφους και τετραπλασιάζει την εκλογική δύναμή του σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές(14.325 ψήφοι). Η νέα κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος με αποχωρήσαντες Φιλελεύθερους παραιτήθηκε σε σύντομο χρονικό  διάστημα. Έτσι, φτάνουμε στις νέες εκλογές που έγιναν στις 5.3.1933 και έφεραν εκ νέου το Λαϊκό Κόμμα πρώτο(136 έδρες), ενώ σημειώθηκε και νέα πτώση των Βενιζελικών(110 έδρες). Το Ενιαίο Μέτωπο Εργατών-Αγροτών (ΚΚΕ) λαμβάνει 68.647 ψήφους. Ο στρατηγός Πλαστήρας προσπάθησε με πραξικόπημα να εμποδίσει το σχηματισμό κυβέρνησης του Λαϊκού Κόμματος με το αιτιολογικό ότι η νέα κυβέρνηση θα επαναφέρει τη βασιλεία και θα    αντιδραστικοποιήσει την κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας. Το πραξικόπημα απέτυχε και ο Πλαστήρας διέφυγε στο εξωτερικό. Η νέα κυβέρνηση που σχηματίστηκε στις 10.3(Λαϊκό Κόμμα και κόμμα του Κονδύλη) ακολούθησε βαθιά αντιλαϊκή πολιτική. (Κατσαντώνης, 1998, σ.σ.13-14)

 

 ΤΟ ΑΠΕΡΓΙΑΚΟ ΚΥΜΑ

Η ραγδαία επιδείνωση της ζωής του λαού στα χρόνια της κρίσης οδήγησε σε ένα τεράστιο και πρωτόγνωρο -για τα δεδομένα της εποχής- απεργιακό κύμα. Μόνο στις απεργίες του 1929 πήραν μέρος γύρω στους 100.000 εργάτες. Το 1930 απήργησαν οι καπνεργάτες πολλών πόλεων της χώρας, οι τσαγκαράδες και πολλοί ακόμα κλάδοι. Το 1931 πραγματοποιήθηκαν οι απεργίες των αρτεργατών της Αθήνας, των λιμενεργατών του Πειραιά, των οδηγών αυτοκινήτων της πρωτεύουσας, των καπνεργατών διάφορων πόλεων της χώρας. Το Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου απήργησαν 5.000 τσαγκαράδες σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πειραιά, Χαλκίδα και 1.500 εργάτες της σιδηροδρομικής γραμμής Βέροιας-Καλαμπάκας. (Σάρλης, 1987, σ.20) Το Μάρτη του 1932 απεργούν οι τροχιοδρομικοί της πρωτεύουσας, ενώ τους μήνες Μάης-Ιούλης ξεσπά ένα πανελλαδικό απεργιακό κύμα. Τέλος, στους 9 τελευταίους μήνες του 1933 έγιναν 337 απεργίες στις οποίες έλαβαν μέρος   γύρω στις 60.000 εργάτες.[Κουζινόπουλος(επιμ.),1984, σ.13] Ταυτόχρονα   φούντωνε και το αγροτικό κίνημα. Οι αγρότες πάλευαν ενάντια στην βίαιη  είσπραξη των χρεών και των φόρων. Ζητούσαν παύση των κατασχέσεων,  αναστολή και κατάργηση των χρεών, αύξηση των τιμών των αγροτικών προϊόντων.(Σάρλης, 1987, σ.21)

Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα που επέτρεπε στην εργατική τάξη της χώρας μας να οργανώνει τέτοιας μαζικότητας και έκτασης απεργιακές κινητοποιήσεις είναι το γεγονός ότι οι εργάτες ήταν συγκεντρωμένοι -κατά   κύριο λόγο- στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας. Για του λόγου το αληθές στην Αθήνα ήταν συγκεντρωμένο το 31% των βιομηχανικών εργατών της χώρας, στον Πειραιά το 20%, στη Θεσσαλονίκη το 11%, στην Πάτρα το 5% και στο Βόλο το 3,5%.(ibid, σ.147) Επιπλέον, είχε προχωρήσει –ως ένα βαθμό- η μονοπώληση κάποιων κλάδων. Χαρακτηριστικά, την περίοδο εκείνη, που η εργατική τάξη της χώρας πάλευε ενάντια στη φτώχεια της, το 70% των κεφαλαίων που δρούσε στη χώρα άνηκε σε 200 μεγαλοεπιχειρηματίες. (ibid, σ.150)

 

Η ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ

Πώς αντιμετώπισε η άρχουσα τάξη της χώρας το ανερχόμενο εργατικό και λαϊκό κίνημα του Μεσοπολέμου –και κυρίως των ετών της κρίσης; Από την θέση της εξουσίας αξιοποίησε όλα τα μέσα που της παρέχονταν: ιδεολογικά, θεσμικά, κατασταλτικά.

Η μικρασιατική καταστροφή, πέραν όλων των υπόλοιπων συνεπειών,  σήμανε και τη χρεοκοπία της αστικής-εθνικιστικής ιδεολογίας του μεγαλοϊδεατισμού. Αποδομήθηκε η ιδεολογία που λειτουργούσε σαν νομιμοποιητική βάση της άρχουσας τάξης. Η εξέλιξη αυτή σηματοδότησε μία αντίστοιχη μετατόπιση του προσανατολισμού της εθνικής ταυτότητας από   εξωστρεφή   σε    εσωστρεφή κατεύθυνση. Ένας από τους βασικότερους  πυλώνες της κοινωνικής συνοχής, ο παράγοντας της «συνέχειας» μιας κοινότητας έπρεπε να ενισχυθεί. Έτσι δόθηκε έμφαση στην «αποκλειστική σχέση με την αρχαιότητα» όπου μαζί με την «ιδεολογική καθαρότητα» αποτέλεσαν τα «νομιμοποιητικά στοιχεία της εθνικότητας». Αυτή η συνέχεια και καθαρότητα βρήκε τον «εχθρό» της στο πρόσωπο της κομμουνιστικής ιδεολογίας και δράσης. Διακηρύσσονταν ότι οι αρχές της «ταξικής πάλης» και του «προλεταριακού διεθνισμού» απειλούσαν τη συνέχεια του έθνους. Με τον τρόπο αυτόν η κυρίαρχη τάξη, αφενός επιδίωκε τη θωράκισή της από ενδεχόμενη ανατροπή του ισχύοντος κοινωνικοοικονομικού συστήματος. Κυρίως όμως βρήκε στον αντικομμουνισμό το όπλο για την αντιμετώπιση   οποιασδήποτε εργατικής ή λαϊκής διεκδίκησης ως «κομμουνιστικής ανταρσίας».(Γκίκας, 2010, σ.σ.83-85)

Η αντιμετώπιση του «εχθρού λαού» όμως δεν έμεινε εκεί. Προχώρησε και στην ενίσχυση του νομικού οπλοστασίου για την αντιμετώπιση των λαϊκών κινητοποιήσεων. Με το νομοσχέδιο του Μάρτη του 1918 «περί υποχρεωτικής διαιτησίας» το κράτος αυτοδιορίστηκε μοναδικός αρμόδιος για τη διευθέτηση διαφορών μεταξύ εργατών-εργοδοσίας. Στη συνέχεια ο Νόμος 2151/1920    διεύρυνε ακόμα περισσότερο τα όρια της κρατικής εποπτείας. Σύμφωνα με  έκθεση του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας, η Ελλάδα διέθετε ένα από τα πιο αυταρχικά νομικά πλαίσια σε σχέση με το συνδικαλιστικό κίνημα.(ibid, σ.σ.110-113)

Το 1924 ψηφίστηκε το νομοθετικό διάταγμα «Περί συστάσεως εν εκάστω Νόμω Επιτροπών επί της Δημοσίας Ασφαλείας» το οποίο τροποποιήθηκε το 1926 επί δικτατορίας Πάγκαλου. Ο νόμος προέβλεπε τη σύσταση επιτροπών ασφαλείας αποτελούμενων από το Νόμάρχη, τον Εισαγγελέα και τον Διοικητή Χωροφυλακής. Οι επιτροπές αυτές είχαν το δικαίωμα, κατόπιν πρότασης των αστυνομικών αρχών και χωρίς δικαστική απόφαση, να προβαίνουν στην εκτόπιση κάθε υπόπτου που θεωρούνταν απειλή «δια το κράτος και την κοινωνίαν». Το μέτρο της «προληπτικής» εκτόπισης ενεργοποιήθηκε εκ νέου επί κυβέρνησης Φιλελευθέρων τον Ιούλη του 1931.(ibid, σ.119)

Στα μέτρα που εφαρμόστηκαν στο Μεσοπόλεμο συγκαταλέγονταν ακόμη α) η υποχρεωτική διδασκαλία ειδικών μαθημάτων σε όλα τα σχολεία της χώρας για την «καταπολέμησιν του κομμουνισμού» (27.1.1926) και β) η σύσταση της «επιτροπής καταπολέμησης του κομμουνισμού», που τον Οκτώβρη του 1927 αποφάσισε την «εκκαθάριση των δημοσίων υπηρεσιών από τα κομμουνιστικά στοιχεία». (ibid, σ.σ.119-120)

Έτσι φτάσαμε στην κορυφή του παγόβουνου, στο Ν.4229 «Περί μέτρων ασφάλειας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών», το περιβόητο Ιδιώνυμο. Το Ιδιώνυμο, που έγινε νόμος του κράτους στις 25.7.1929, προέβλεπε ποινές φυλάκισης, εκτοπισμού ή απόλυσης(για τους δημόσιους υπαλλήλους) για «αδικήματα» που είχαν να κάνουν με την «επιδίωξιν εφαρμογής ιδεών εχουσών έκδηλον σκοπόν τη διά βιαίων μέσων ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού καθεστώτος ή την απόσπασιν μέρους εκ του όλου της Επικρατείας» καθώς επίσης και για όποιον επωφελούμενο «απεργίας ή λοκ-άουτ προκαλεί ταραχάς ή συγκρούσεις». Τέλος, ο νόμος επέβαλε τη διάλυση στα «σωματεία ή ενώσεις οιασδήποτε μορφής» που φέρονται ως φορείς τέτοιων αντιλήψεων. Με το αιτιολογικό αυτό διαλύθηκε η Ενωτική ΓΣΕΕ, η Εργατική Βοήθεια Ελλάδος, καθώς και το Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης.(ibid, σ.σ.120-121)

Όλα αυτά έδωσαν το «σήμα» στα σώματα ασφαλείας να εξαπολύσουν   κύμα διώξεων και ωμής καταστολής. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εργατικής Βοήθειας Ελλάδος, από τον Ιούλη του 1929 μέχρι το Δεκέμβρη του 1932  δολοφονήθηκαν 18 άτομα(8 εργάτες, 8 αγρότες, 2 επαγγελματίες), εκτελέστηκαν 3, τραυματίστηκαν 1.335. Έγιναν 12.000 συλλήψεις και εκδόθηκαν 2.203 καταδικαστικές αποφάσεις.(ibid, σ.122 & Σάρλης, 1987, σ.23)

Παράλληλα και μέσα σ’ αυτό το κλίμα ανέπτυξαν δράση μια σειρά φασιστικές οργανώσεις, όπως η Εθνική Ένωσις Ελλάς, η Τρίαινα κλπ. Ποιος ήταν ο στόχος και η δράση αυτών των οργανώσεων; Στο ερώτημα αυτό απαντάει η μαρτυρία του Γ. Χαζτηδήμου, συνδικαλιστή της εποχής: «Μία   παρακρατική οργάνωση, η «Εθνική Ένωσις Ελλάς»(..), εξορμούσαν νύχτα στις συνοικίες των εργατών και πυροβολούσαν. Είχαν πλάτες από την αστυνομία. Θυμάμαι που, ενώ συνεδρίαζα με άλλους εργάτες(…)εισέβαλαν 7 άτομα(..) και μας πυροβόλησαν(..)Ένα μήνα πριν(…)είχαν πάει(…)στο σωματείο των οικοδόμων, όπου πυροβόλησαν και σκότωσαν τον Σταμπουλίδη». (Χατζηδήμος οπ.αναφ. σε Γκίκα, 2010, σ.125)

 

ΠΩΣ ΦΤΑΣΑΜΕ ΣΤΗΝ 4Η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Η –με όλα τα μέσα- αντιμετώπιση και καταστολή των αγωνιστικών κινητοποιήσεων δεν είχε τα αποτελέσματα που θα περίμεναν οι εμπνευστές της. Ενώ το 1933 κηρύχθηκαν 473 απεργίες με 100.000 απεργούς, το 1934    έγιναν 482 απεργίες με 182.000 απεργούς.(Σάρλης, 1987, σ.199) Να σημειωθεί ότι την χρονιά της «εξόδου από την κρίση», το 1934, 168.000 εργάτες, δηλαδή το ¼ της εργατικής τάξης παρέμεναν άνεργοι.(ibid, σ.197)

Έπειτα από όλα αυτά γινόταν πλέον φανερό δια γυμνού οφθαλμού ότι το σύστημα θα σκλήρυνε τη στάση του. Ήταν πλέον ορατός ο κίνδυνος εγκαθίδρυσης φασιστικού καθεστώτος. Ο κίνδυνος αυτός επισημάνθηκε στη Διακήρυξη που υπογράφτηκε στις 6 Απρίλη του 1934 από τους Δ.Γληνό, Γ.Σιάντο, Κ.Βάρναλη, Ν.Καρβούνη, Γ.Καζαντζάκη, Α.Βεάκη και άλλους διανοούμενους και πολιτικούς, για τη συγκρότηση Αντιφασιστικής Επιτροπής και την προετοιμασία Αντιφασιστικού Συνεδρίου. Μέσα σε αυτό το πνεύμα, στις 5 Οκτώβρη του 1934 το ΚΚΕ, η Ενωτική ΓΣΕΕ, το Αγροτικό Κόμμα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, η ΓΣΕΕ και τα Ανεξάρτητα Συνδικάτα ύστερα από βασανιστικές συνομιλίες υπέγραψαν το «Σύμφωνο κοινής δράσης ενάντια στην στρατικοφασιστική δικτατορία».(ibid, σ.σ. 204, 208-209).

Την 1η Μάρτη του 1935 ξεσπά ένοπλο κίνημα των βενιζελικών. Οι ηγέτες του κινήματος οδηγήθηκαν σε αυτήν την απόφαση μέσα στα πλαίσια του  εσωτερικού ανταγωνισμού των αστικών κομμάτων και επιδιώκοντας  την εγκαθίδρυση ενός βενιζελικού κράτους και τον περιορισμό των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών του λαού. Ωστόσο, ορισμένοι κατώτεροι  αξιωματικοί (πχ Στ.Σαράφης) και μερίδα της βάσης του κινήματος  διακατέχονταν από  αισθήματα υπεράσπισης της δημοκρατίας από τη μοναρχία και το φασισμό. Τελικά, μετά από δώδεκα ημέρες το κίνημα ηττήθηκε. Σημαντικό ρόλο σε αυτήν την εξέλιξη διαδραμάτισε και η  εξωτερική συνδρομή της Μ. Βρετανίας, της Γαλλίας και της Γιουγκοσλαβίας (Σαράφης οπ.αναφ. σε Σάρλη, 1987, σ.233). Μετά την ήττα του κινήματος 1.130 πολιτικοί και στρατιωτικοί πέρασαν από δίκη. Από αυτούς 60  καταδικάστηκαν σε θάνατο και 3 εκτελέστηκαν. Απολύθηκαν 1.717 τακτικοί και 348 έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι ενώ αποτάχθηκαν περίπου 1000 αξιωματικοί. Ένα μέρος μόνον από αυτούς επανήλθε μετά την χορήγηση αμνηστίας. (Αλιβιζάτος, 2011, σ.σ.287-288). Από τους διωγμούς, παρά την εκφρασμένη αποστασιοποίηση από τα γεγονότα, δεν γλίτωσαν οι κομμουνιστές. Μαζί με βενιζελικές εφημερίδες κλείνει και ο «Ριζοσπάστης» και δεκάδες κομμουνιστές φυλακίζονται. [Κουζινόπουλος(επιμ.), 1984, σ.15] Με πρόσχημα και αφορμή την αντιμετώπιση του κινήματος, η κυβέρνηση Τσαλδάρη εκδίδει μία σειρά διατάξεις, όπως: η διάλυση των υφιστάμενων και η απαγόρευση δημιουργίας νέων συνδικαλιστικών οργανώσεων των δημοσίων υπαλλήλων, οι ποινές για «τον χλευασμόν ή την εκδήλωσιν περιφρονήσεως προς το υφιστάμενον πολίτευμα», και η αναστολή εγγυήσεων των ατομικών δικαιωμάτων «εν περιπτώσει διαταράξεως ή απειλής της δημοσίας τάξεως» (Αλιβιζάτος, 2011, σ.288).

Στον απόηχο των γεγονότων του Μάρτη και μέσα στο γενικότερο κλίμα τρομοκρατίας και καλπονοθείας, διενεργούνται στις 9 Ιούνη του ’35  βουλευτικές εκλογές. Απέχουν από αυτές οι βενιζελικοί. Πρώτο κόμμα έρχεται το Λαϊκό εκλέγοντας 287 βουλευτές, ενώ το Ενιαίο Μέτωπο Εργατών-Αγροτών λαμβάνει περίπου 100.000 ψήφους (9,59%), αλλά δεν καταφέρνει να εκλέξει κανέναν βουλευτή εξαιτίας του καλπονοθευτικού συστήματος.(Κατσαντώνης, 1998, σ.15) Στις 10 Οκτωβρίου τα φασιστικά σταγονίδια του Λαϊκού Κόμματος με επικεφαλής τον Κονδύλη καταλαμβάνουν πραξικοπηματικά την εξουσία για 45 ημέρες. [Κουζινόπουλος(επιμ.), 1984,σ.16]

Είχαν πλέον ωριμάσει οι συνθήκες να τεθεί καθαρά ζήτημα επανόδου της μοναρχίας. Αυτό έγινε με το δημοψήφισμα της 3ης του Νοέμβρη 1935, όπου –παρά την αποχή του ΚΚΕ και άλλων κομμάτων –«ψήφισαν» περίπου 400.000 περισσότεροι από όσους ψήφιζαν στις βουλευτικές εκλογές των προηγούμενων ετών.(Κατσαντώνης, 1998, σ.15). Ο Γεώργιος Β’ επιστρέφει στις 25 Νοεμβρίου. Με στόχο τη δημιουργία λαϊκού ερείσματος απολύει τον Κονδύλη, διορίζει κυβέρνηση τεχνοκρατών υπό τον Κ.Δεμερτζή, χορηγεί αμνηστία  στους υπαίτιους του κινήματος της 1ης Μαρτίου και προκηρύσσει εκλογές με απλή αναλογική(Αλιβιζάτος, 2011, σ.295).

Στις εκλογές του Γενάρη 1936 η βενιζελική συμπαράταξη συγκέντρωσε το 45,19% των ψήφων, η αντιβενιζελική το 47,6%, ενώ το Παλλαϊκό Μέτωπο(ΚΚΕ,ΑΚΕ) συγκεντρώνει το 5,76%(15 βουλευτές). Κανένα κόμμα δεν κατακτά αυτοδυναμία. Το Παλλαϊκό Μέτωπο προκειμένου να προλάβει την επερχόμενη φασιστικοποίηση, έρχεται σε επαφή με τους Φιλελεύθερους    υπογράφοντας το «Σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα».(Θεοχαράτος, 2001, σ.82)[1] Το σύμφωνο δεν τηρήθηκε από την πλευρά των Φιλελεύθερων. Ο Γεώργιος χρίζει πρωθυπουργό τον Δεμερτζή στις 14.3, ο οποίος πέθανε ένα μήνα αργότερα. Αυτή τη φορά ο Γεώργιος χρίζει πρωθυπουργό τον Ι. Μεταξά. Επρόκειτο για έναν συμβιβασμό σε πολιτικό επίπεδο μεταξύ των –αποδεδειγμένα κυρίαρχων- βρετανικών συμφερόντων στη χώρα (με εκφραστή τον Γεώργιο) με τα γερμανικά μονοπώλια και το γερμανόφιλο τμήμα της ντόπιας άρχουσας τάξης (με εκφραστή τον Μεταξά). Η κυβέρνηση Μεταξά έλαβε ψήφο ανοχής τόσο από το Λαϊκό Κόμμα όσο και από τους  Φιλελεύθερους.[2] (ibid, σ.88)

Τα αντιλαϊκά μέτρα της κυβέρνησης Μεταξά οδήγησαν στην ανάπτυξη σημαντικών εργατικών-λαϊκών κινητοποιήσεων, αποκορύφωμα των οποίων αποτέλεσαν τα γεγονότα του Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη. Τα γεγονότα ξεκίνησαν με το ξέσπασμα της απεργίας των καπνεργατών της Θεσσαλονίκης στις 29 Απριλίου.[3] Σύντομα η απεργία γενικεύεται και αγκαλιάζει, στις 2 Μαΐου, τα καπνεργατικά σωματεία του Βόλου, του Κιλκίς, των Σερρών, της Δράμας, της Ξάνθης, της Σάμου [Κουζινόπουλος(επιμ.), 1984, σ.26 & Σάρλης, 1987, σ.16][4]Τις επόμενες ημέρες η απεργία αγκαλιάζει έναν μετά τον άλλον τους κλάδους και τα σωματεία. Στις 8 του μήνα η αστυνομία κάνει χρήση όπλων και τραυματίζει περίπου 300 διαδηλωτές απεργούς. (Κατσαντώνης, 1998, σ.16) Μια μέρα μετά, στις 9 Μαΐου, 150.000 λαού κατεβαίνει στο δρόμο. Αστυνομία, παρακρατικοί και μέλη της ΕΕΕ ανοίγουν πυρ. Απολογισμός: 10 καταγεγραμμένοι νεκροί και εκατοντάδες τραυματίες. Ακολουθεί η συναδέλφωση μεγάλου τμήματος του στρατού με το λαό, με   αποτέλεσμα ο τελευταίος να γίνει κυρίαρχος της πόλης για 36 ώρες. Όμως η κυβέρνηση Μεταξά σε μια πράξη που μοιάζει με δοκιμή της σχεδιαζόμενης επιβολής δικτατορίας, αποβιβάζει στις 13 του Μάη, ημέρα πανελλαδικής πανεργατικής απεργίας, στη Θεσσαλονίκη δυνάμεις του στρατού που ανακαταλαμβάνουν την πόλη. [Κουζινόπουλος(επιμ.), 1984, σ.67 & Κατσαντώνης, 1998, σ.17]

Λίγους μήνες αργότερα, στις 4 Αυγούστου, μια ημέρα πριν την προκηρυγμένη πανελλαδική πανεργατική απεργία, ο Μεταξάς με την υποστήριξη του παλατιού, μερίδας εφοπλιστών και βιομηχάνων και τη συγκατάθεση τόσο των Άγγλων ιμπεριαλιστικών όσο και της ανερχόμενης   ναζιστικής Γερμανίας εγκαθιδρύει μοναρχοφασιστική δικτατορία. (Κατσαντώνης, 1998,σ.17)

Κλείνει έτσι ένας ιστορικός κύκλος αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στη χώρα κι αρχίζει, με το σύστημα να πηγαίνει ένα βήμα  παραπέρα, ένας νέος. Αυτός των διώξεων, των φυλακίσεων και των απαγορεύσεων για το λαό. Αυτός της εξασφάλισης των προϋποθέσεων για την απρόσκοπτη  δραστηριοποίηση και κερδοφορία των επιχειρηματιών. Αυτός της “ηρεμίας, της τάξης και της ασφάλειας στη χώρα”

 

[1] Βάσει του συμφώνου το Παλλαϊκό Μέτωπο αναλάμβανε την υποχρέωση να ψηφίσει για πρόεδρο της Βουλής τον υποψήφιο των Φιλελεύθερων και να δώσει ψήφο ανοχής στην κυβέρνηση Σοφούλη. Απ’ τη μεριά τους οι Φιλελεύθεροι ήταν υποχρεωμένοι να ακυρώσουν το «Ιδιώνυμο» και να χορηγήσουν αμνηστία στους πολιτικούς κρατούμενους, να διαλύσουν τις φασιστικές ομάδες, να καθιερώσουν την απλή αναλογική, να μειώσουν την τιμή του ψωμιού, να εφαρμόσουν άμεσα τις κοινωνικές ασφαλίσεις, να ακυρώσουν την προσωποκράτηση για οφειλές στο Δημόσιο μικρότερες από 3000 δραχμές και να καθιερώσουν πενταετές χρεοστάσιο στους αγρότες (Θεοχαράτος, 2001, σ.σ.84-85).

[2] Καταψηφίστηκε μόνο από το Παλλαϊκό Μέτωπο και τον Γ.Παπανδρέου με τους 2 βουλευτές του.

[3] Βασικό τους αίτημα ήταν ο καθορισμός ημερομισθίων από 135 δραχμές για τους άνδρες και 60 δρχ. για τις γυναίκες. Οι καπνεργάτες την περίοδο εκείνη ανασκάζονταν να δουλεύουν κάτω από αντίξοες συνθήκες με εξευτελιστικά μεροκάματα 50-70 δραχμών.[Κουζινόπουλος(επιμ.), 1984, σ. 22]

[4] Στη διάρκεια των απεργιακών κινητοποιήσεων, μέλη της φασιστικής οργάνωσης ΕΕΕ, προπηλακίζουν εργάτες και βάζουν φωτιά στις αποθήκες με σκοπό να δυσφημίσουν τον αγώνα των καπνεργατών και να εισπράξουν οι εργοδότες τα ασφάλιστρα[Κουζινόπουλος(επιμ.), 1984 σ.26]

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αλιβιζάτος, Κ.Ν. (2011). Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία- 1800-2010. Αθήνα: Πόλις.

Γκίκας, Α.(2010). Ρήξη κι ενσωμάτωση. Συμβολή στην ιστορία του εργατικού- κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου (1918-1936).  Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Θεοχαράτος, Χ. (2001). Χαρίλαος Φλωράκης και λαϊκό κίνημα(λόγος αναιρετικός)- τόμος Α’. Αθήνα: Τυποεκδοτική Α.Ε.

Κατσαντώνης, Γ. (1998). Η Αριστερή Παράταξη των δασκάλων στο Μεσοπόλεμο. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Κουζινόπουλος, Σπ.(επιμ.) (1984).  Ο ηρωικός Μάης της Θεσσαλονίκης του ’36- χρονικό. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μπράτσος, Ν. (1998). Εργατικές Ιστορίες. Αθήνα: Bux.

Σάρλης, Δ. (1987). Η πολιτική του ΚΚΕ στον αγώνα κατά του μοναρχοφασισμού. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s