Ο στρατηγικός σχεδιασμός του κεφαλαίου για την Ερευνα

του Δημητρη Κοιλάκου, 3/8/2014, rizospastis.gr

Πρόσφατα τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση το «Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο για την Ερευνα και την Καινοτομία (ΕΣΠΕΚ) 2014 – 2020». Μαζί με το νομοσχέδιο για την Ερευνα, που εκκρεμεί η κατάθεσή του στη Βουλή, αποτελούν τις δυο θεσμικές παρεμβάσεις που αναπτύσσουν την αστική στρατηγική για την Ερευνα στη χώρα, εξειδικεύοντας και προσαρμόζοντας, με βάση τα γνωρίσματα και τις ανάγκες του καπιταλισμού στην Ελλάδα, τους στρατηγικούς σχεδιασμούς της ΕΕ.

Με το ΕΣΠΕΚ επιχειρείται να λυθεί το ζήτημα του καθορισμού των προτεραιοτήτων για την Ερευνα στο πλαίσιο του συνολικού στρατηγικού σχεδιασμού του κεφαλαίου στην Ελλάδα για την περίοδο της προσδοκώμενης ανάκαμψης της καπιταλιστικής οικονομίας.

Προτού προχωρήσουμε στην ανάλυση των επιμέρους πτυχών, χρειάζεται να επισημάνουμε πως το κύριο είναι ότι η όποια προσπάθεια σχεδιασμού είναι εκ των προτέρων δεσμευμένη από τους ενδοϊμπεριαλιστικούς και ενδοαστικούς ανταγωνισμούς, τις προτεραιότητες που τίθενται για τη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας και κερδοφορίας των μεγάλων επιχειρήσεων και στην Ελλάδα, αλλά και στο επίπεδο της ΕΕ, και φυσικά την εγγενή ανισομετρία του καπιταλισμού.

Σε αυτό το πλαίσιο, αντί ο σχεδιασμός να απελευθερώνει τις δυνατότητες ανάπτυξης της Ερευνας, στη βάση των υπαρκτών αναγκών αλλά και δυνατοτήτων, τελικά επιδρά ασφυκτικά σε αυτή, καθορίζοντας μονοσήμαντα τον προσανατολισμό και το περιεχόμενό της.

Προτεραιότητες και στόχοι του ΕΣΠΕΚ

Στο κείμενο του ΕΣΠΕΚ αναδεικνύεται ο προσανατολισμός της αστικής τάξης της χώρας στην αναβάθμιση της θέσης της στο πλαίσιο του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού: «Να μετατρέψουμε τις παραδοσιακές πολιτικές στήριξης της καινοτομίας των επιχειρήσεων, σε μηχανισμούς επιτυχούς ένταξής τους στον παγκόσμιο ανταγωνισμό».

Επιδιώκεται η «στροφή σε ένα νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα», με προσανατολισμό «σε λίγους τομείς όπου η χώρα διαθέτει ή μπορεί να οικοδομήσει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα». Οι αναδειχθείσες για την Ελλάδα περιοχές εξειδίκευσης είναι: Αγρο-διατροφή, τουρισμός, υπηρεσίες Υγείας – φάρμακα – διαγνωστικά προϊόντα, προϊόντα και υπηρεσίες σχετικά με παραγωγή και διαχείριση Ενέργειας, υπηρεσίες και τεχνολογίες μεταφορών και logistics, τεχνολογίες και υπηρεσίες προστασίας του περιβάλλοντος – βιώσιμη ανάπτυξη που σχετίζεται με οικο-καινοτομία και θαλάσσια οικονομία, τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών, υλικά και κατασκευές1.

Εχει σημασία να γίνει κατανοητό ότι η μετατόπιση του κέντρου βάρους από κάποιους τομείς επιχειρηματικής δραστηριότητας σε άλλους, σε μια φάση που η αστική τάξη επιχειρεί να σχεδιάσει την πορεία της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας για όταν παρέλθει η ύφεση, αφορά προτεραιότητες και ανταγωνισμούς στο εσωτερικό της κυρίαρχης τάξης, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Σε μεγάλο βαθμό, το αποτέλεσμα της προσπάθειας αυτής καθορίζεται από τις εξελίξεις στο σύνολο των πολυπλόκαμων εσωτερικών και εξωτερικών σχέσεων μεταξύ τμημάτων της αστικής τάξης.

Υπ’ αυτό το πρίσμα, ο σχεδιασμός του ΕΣΠΕΚ δε φέρνει κάτι ουσιαστικά νέο, αλλά τις απαραίτητες προσαρμογές ενόψει μιας νέας φάσης του κύκλου της καπιταλιστικής κρίσης. Οι επιδιωκόμενες παρεμβάσεις στον ερευνητικό ιστό και το στρατηγικό σχεδιασμό για την Ερευνα εξυπηρετούν αυτό το στόχο.

Οι ευρωενωσιακές κατευθύνσεις

Οι παραπάνω σχεδιασμοί αναπτύσσονται σε συνάφεια με τις κατευθύνσεις της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Στην Ερευνα, οι κατευθύνσεις της ΕΕ αποσκοπούν στην ανάδειξη στοχεύσεων και προτεραιοτήτων, σε συνδυασμό με την απαίτηση για «γεφύρωση του χάσματος μεταξύ επιστήμης και αγοράς». Για το σκοπό αυτό προωθούνται:

— Η αναδιάρθρωση των εθνικών (και περιφερειακών) συστημάτων έρευνας και καινοτομίας, με άξονες την «εξειδίκευση» και την «αριστεία» και τη συνεργασία ακαδημαϊκών, ερευνητικών και ιδιωτικών φορέων, δίνοντας την κατεύθυνση για στενότερο σφιχταγκάλιασμα της Εκπαίδευσης και της Ερευνας με τις επιχειρήσεις.

— Ο προσανατολισμός των εκπαιδευτικών προγραμμάτων «στη δημιουργικότητα, στην καινοτομία και επιχειρηματικότητα», δίνοντας το έναυσμα για εμβάθυνση των αναδιαρθρώσεων στην Εκπαίδευση και περαιτέρω τσάκισμα των μορφωτικών δικαιωμάτων της νεολαίας σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες. Στόχος είναι η παραγωγή του απαιτούμενου για την καπιταλιστική οικονομία αριθμού αποφοίτων«θετικών επιστημών, μαθηματικών και μηχανικής (engineering)».

— Η θέσπιση κινήτρων για αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων στην Ερευνα (π.χ. φοροαπαλλαγές κ.ά.), διασφαλίζοντας τη μεγαλύτερη δυνατή κερδοφορία των καπιταλιστικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα.

Οι στόχοι αυτοί εξυπηρετούνται και εξειδικεύονται από τις σχετικές προβλέψεις του νέου νομοσχεδίου για την Ερευνα και του ΕΣΠΕΚ.

Ποιες θα είναι οι συνέπειες

Είναι δεδομένο ότι η ανισομετρία θα οδηγήσει στη συσσώρευση ερευνητικού ενδιαφέροντος και προσπαθειών σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα στους αναδεικνυόμενους τομείς στρατηγικού ενδιαφέροντος, λόγω του προσανατολισμού της χρηματοδότησης σε αυτούς. Αποτέλεσμα θα είναι η αποδυνάμωση ως απονέκρωση της έρευνας στα υπόλοιπα ερευνητικά πεδία, με άμεσες συνέπειες στο ερευνητικό και υποστηρικτικό δυναμικό που δουλεύει σε αυτά.

Η αναφορά σε «ένα ελάχιστο επίπεδο χρηματοδότησης για όλους τους υφιστάμενους τομείς, ανεξάρτητα από τις εθνικές προτεραιότητες» σε αυτά τα πλαίσια είναι τουλάχιστον προσχηματική, πολύ δε περισσότερο όταν καθίσταται σαφές ότι η όποια επιπλέον χρηματοδότηση «θα επιμερίζεται με ανταγωνιστικά κριτήρια τόσο ανάμεσα στους ερευνητές όσο και ανάμεσα στις ακαδημαϊκές μονάδες».

Γι’ αυτό, άλλωστε, και εντοπίζεται ως πρόβλημα η ανάπτυξη ερευνητικών ομάδων στη βάση των ενδιαφερόντων τους και των δυνατοτήτων χρηματοδότησης (άραγε, πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει σε συνθήκες έλλειψης πόρων;) κι όχι γιατί επιχειρείται να γίνει προσπάθεια ολόπλευρης ανάπτυξής της, με ιεράρχηση προτεραιοτήτων με κριτήριο τις ανάγκες της κοινωνίας.

Οι δράσεις που προβλέπονται για την υλοποίηση των προβλεπομένων αποτελούν μια προσπάθεια καλύτερης και πιο αποτελεσματικής οργάνωσης της προώθησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας στο χώρο της Ερευνας και της εμπορευματικής εκμετάλλευσης των αποτελεσμάτων της, με ζητούμενο την«παραγωγή νέων προϊόντων, διεργασιών και διαδικασιών υψηλής προστιθέμενης αξίας και έντασης γνώσης που θα συμβάλλουν στην ανάπτυξη της χώρας» και άξονα την «ενίσχυση της συνεργατικής έρευνας ερευνητικών φορέων, ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και επιχειρήσεων».

Αυτό προωθείται μέσα και από την ενίσχυση και αναδιοργάνωση ήδη υφιστάμενων ή και τη δημιουργία νέων δομών και σχημάτων (clusters, spin off, ΣΔΙΤ, κουπόνια καινοτομίας κ.λπ.), με στόχο την περαιτέρω ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στο χώρο της Ερευνας. Σε αυτή την κατεύθυνση προωθείται και η ανάπτυξη «Γραφείων Μεταφοράς Τεχνολογίας», με οργανική ενσωμάτωσή τους στη δομή του ιδρύματος ή ακόμα και η «ίδρυση εταιρειών ιδιοκτησίας του ιδρύματος», όπως και η παροχή υπηρεσιών «proof-of-concept» σε επίπεδο ιδρύματος από εξειδικευμένους οργανισμούς, με αντικείμενο «την αξιολόγηση της τεχνικής ωριμότητας και εμπορικής βιωσιμότητας των ερευνητικών αποτελεσμάτων», καθώς και υπηρεσίες τύπου «coaching» για «παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών για την απόκτηση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας», την «κατάστρωση επιχειρηματικού σχεδίου», την «υποστήριξη στην εύρεση χρηματοδότησης για την εμπορική αξιοποίηση και υλοποίηση του επιχειρηματικού σχεδίου».

Είναι ενδεικτικό, ως προς το πώς διαμορφώνεται ο ρόλος του ερευνητή και το πώς το επίκεντρο μετατίθεται από το επιστημονικό έργο στην επιχειρηματική λειτουργία, ότι στο κείμενο αναφέρεται ρητά η ανάγκη για «εξοικείωση του ερευνητικού δυναμικού ιδρυμάτων με τη διαδικασία της εμπορικής αξιοποίησης των αποτελεσμάτων και η ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας».

Αλλωστε, αυτά αποτυπώνονται χαρακτηριστικά και στους δείκτες παρακολούθησης των εκροών, βάσει των οποίων θα αξιολογείται η πορεία υλοποίησης των διαφόρων δράσεων. Από τους 6 ενδεικτικά προτεινόμενους δείκτες, οι 4 είναι: «Αριθμός επιχειρήσεων που συνεργάζονται με ενισχυόμενους ερευνητικούς οργανισμούς», «ιδιωτικές επενδύσεις που μοχλεύονται στα χρηματοδοτούμενα έργα Ερευνας, Ανάπτυξης και Καινοτομίας», «αριθμός επιχειρήσεων που ενισχύονται για να παράγουν προϊόντα νέα στην αγορά», «αριθμός επιχειρήσεων που ενισχύονται για την παραγωγή προϊόντων νέων στην επιχείρηση». Οπως είναι φανερό, καμία σχέση δεν έχουν αυτά με την επιστημονική αξιολόγηση του ερευνητικού έργου.

Θα μπορούσε, ίσως, κάποιος να υποστηρίξει ότι, μέσα από την εκδήλωση της πρόθεσης να δοθεί περισσότερο βάρος στην ανάπτυξη της Ερευνας, θα βρουν πραγματική διέξοδο οι χιλιάδες άνεργοι επιστήμονες. Δυστυχώς, τέτοιες ελπίδες αποδεικνύονται φρούδες. Κι αυτό γιατί οι ίδιες οι προβλεπόμενες δράσεις περιγράφουν το καθεστώς εργασιακής ανασφάλειας για τους νέους ερευνητές, αφού η επαγγελματική συνέχειά τους στο χώρο εξαρτάται αποκλειστικά από το αν θα βρίσκουν ανά 2ετία ή 3ετία χρηματοδότηση, για την οποία προαπαιτούμενο είναι ο προσανατολισμός της έρευνάς τους βάσει των δεσμών που επιβάλλει η επιχειρηματική δραστηριότητα στο χώρο.

Ανάγκη η απελευθέρωση της Ερευνας από τα καπιταλιστικά δεσμά

Τόσο η έρευνα όσο και η ανάπτυξη, που προφανώς σχετίζονται, δεν είναι ταξικά ουδέτερες, είναι δέσμιες των σχέσεων παραγωγής, του καπιταλιστικού δρόμου σήμερα. Κι ενώ είναι αντικειμενική τάση η όλο και βαθύτερη συσχέτιση της επιστήμης με την παραγωγή, το πρόβλημα βρίσκεται ακριβώς στο ότι σήμερα πρόκειται για κεφαλαιοκρατική παραγωγή και καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Σε αυτή τη βάση, η όποια προσπάθεια σχεδιασμού δεν μπορεί να έχει φιλολαϊκό χαρακτήρα. Το ΕΣΠΕΚ το αποδεικνύει περίλαμπρα.

Για το ΚΚΕ, η απαγκίστρωση της Ερευνας από τα δεσμά της εμπορικής αξιοποίησης των αποτελεσμάτων της, από τις καπιταλιστικές σχέσεις συνολικά, είναι αναγκαία συνθήκη για να γίνει δυνατή η ελεύθερη διάδοση και αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της για τη βελτίωση της ανθρώπινης ζωής.

Το ΚΚΕ έχει αναδείξει τις πραγματικές δυνατότητες ανάπτυξης της λαϊκής εξουσίας. Σε αυτό το δρόμο, η συνεισφορά της Ερευνας και των εργαζομένων σε αυτή θα είναι απαραίτητη. Η μετατροπή της ιδιοκτησίας του μεγάλου κεφαλαίου σε κοινωνική ιδιοκτησία είναι προϋπόθεση για την απελευθέρωση των δυνατοτήτων της επιστήμης, προϋπόθεση για την ανάπτυξη φιλολαϊκού αναπτυξιακού σχεδιασμού για την Ερευνα. Η κοινωνικοποίηση των βασικών και συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, ο επιστημονικά οργανωμένος σχεδιασμός και ο εργατικός έλεγχος είναι ο μόνος δρόμος της φιλολαϊκής ανάπτυξης βάσει των εγχώριων δυνατοτήτων.

Παραπομπή:

1. Για αναλυτική παρουσίαση και κριτική του στρατηγικού σχεδιασμού της αστικής τάξης στην Ελλάδα, βλ. Τμ. Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ, «Οι τελευταίες εξελίξεις στην ελληνική οικονομία», ΚΟΜΕΠ (τεύχος 3/2014).

Του
Δημήτρη ΚΟΙΛΑΚΟΥ*
*Ο Δημήτρης Κοιλάκος είναι μέλος του Τμήματος Παιδείας και Ερευνας της ΚΕ του ΚΚΕ

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s