Η ανάδειξη ορισμένων βασικών χαρακτηριστικών της Λογικής του Μαρξ και της μαρξιστικής αντίληψης περί δικαίου και ηθικής -Κριτική ανάλυση της εισαγωγής του βιβλίου του Αντρέας Αρντ «Καρλ Μαρξ. Έρευνα σχετικά με τη συνοχή της μαρξιστικής θεωρίας»

 

Εισαγωγή

Στην εργασία αυτή θα καταπιαστούμε με την κριτική ανάλυση της εισαγωγής του βιβλίου του Αντρέας Αρντ «Καρλ Μαρξ. Έρευνα σχετικά με τη συνοχή της μαρξιστικής θεωρίας». Στο εισαγωγικό αυτό σημείωμα ο Αρντ αρχικά επιχειρεί να καταδείξει πως η υλιστική διαλεκτική του Μαρξ -και ιδιαίτερα ο τρόπος που αναπτύσσεται το οικονομικό του έργο, τόσο στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας όσο κυρίως στο Κεφάλαιο- αποτελεί σε πολύ μεγάλο βαθμό αξιοποίηση και υιοθέτηση της εγελιανής διαλεκτικής λογικής. Μέσα από μια συλλογιστική ο συγγραφέας οδηγείται στο συμπέρασμα ότι δεν πρέπει να περιορίζεται η συζήτηση στη μελέτη των παραγωγικών δυνάμεων αλλά θα πρέπει να δοθεί έμφαση στη δουλειά του Μάρξ στους τομείς της ηθικής και του δικαίου στην κατεύθυνση της περεταίρω ανάπτυξης της υλιστικής διαλεκτικής. Ολόκληρο το εισαγωγικό σημείωμα διαπνέεται από την αναγκαιότητα αυτής της ανάπτυξης. Ωστόσο, στο συνολικό σκεπτικό του συγγραφέα -που θα παρακολουθήσουμε στο κυρίως μέρος της εργασίας- ενυπάρχει κατά τη γνώμη μας η τάση αναθεώρησης κι όχι ανάπτυξης της θεωρίας εκείνης που στους δύο προηγούμενους αιώνες γνωρίσαμε ως “μαρξισμό”. Ο συγγραφέας διατυπώνει μάλιστα τη θέση αυτή απερίφραστα: «Σε κάθε περίπτωση θεωρώ ότι το κυνήγι για τη λογική του κεφαλαίου είναι μάταιο και καταδικασμένο. Μια “υλιστική” διαλεκτική θα έπρεπε να είναι εξαρχής ένα σημαντικό σχέδιο. Δε θα έπρεπε να είναι αντικείμενο ανασυγκρότησης της μαρξιστικής θεωρίας αλλά μια ανεξάρτητη συνέχιση και περεταίρω ανάπτυξη της».

Δε χωράει αμφιβολία ότι στην επαναστατική θεωρία απαιτείται περεταίρω ανάπτυξη με βάση τα νέα δεδομένα της επιστήμης, της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και -σε τελική ανάλυση- των εξελίξεων σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Τέτοια παραδείγματα έχουμε πολλά. Ενδεικτικά να σημειωθεί η επικαιροποίηση και ανάπτυξη του μαρξισμού στις αρχές του 20ού αιώνα από τον Β.Ι Λένιν σε ότι αφορά τα χαρακτηριστικά του μονοπωλιακού σταδίου ανάπτυξης του καπιταλισμού που μόλις έχει αρχίσει να εισέρχεται η ανθρωπότητα στα πιο προηγμένα καπιταλιστικα κράτη. Την ίδια περίοδο οι εξελίξεις στη επιστήμη οδηγησαν στην αναγκαιότητα επικαιροποίησης του διαλεκτικού υλισμού. Η προσπάθεια αυτή αποτυπώνεται στο έργο “Υλισμός κι εμπειριοκριτικισμός” του Β.Ι Λένιν. Και σήμερα γίνονται αξιόλογες προσπάθειες και απαιτείται περεταίρω ενασχόληση και μελέτη σε αυτήν την κατεύθυνση .

Αποτελεί αναγκαιότητα η ανάπτυξη του μαρξισμού που σημαίνει αλλαγή στη μορφή -όχι όμως στο περιεχόμενο- όσο οι επιστήμες της φύσης και της κοινωνίας προχωρούν και θα προχωρούν για πάντα. Τι είναι όμως αυτό που καθιστά το περιεχόμενο του μαρξισμού επίκαιρο και αναγκαίο; Είναι κατά τη γνώμη μου η επιβεβαίωση των επεξεργασιών του Μάρξ από τις επιμέρους επιστήμες και την εξέλιξή τους και κυρίως η επιβεβαίωση σε σχέση με την πορεία ανάπτυξης του καπιταλισμού και την αναγκαιότητα επαναστατικής ανατροπής του τελευταίου εκμεταλλευτικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού. Η τεράστια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δεν οδηγει σε κοινωνική ευημερία και πρόοδο. Έρχεται σε αντίθεση με τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής κάτι που εκδηλώνεται βίαια με τις περιοδικές καπιταλιστικές οικονομικές κρίσεις και την καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων(κυρίως εργατικού δυναμικού), με τη φτώχεια και τον περιορισμό της κατανάλωσης των μαζών, ακόμα και με τον πόλεμο. Αποκτά λοιπόν διαχρονική αξία η εκτίμηση του Μαρξ στον πρόλογο της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας: «Σε μια ορισμένη βαθμίδα εξέλιξης τους, οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας, έρχονται σε αντίφαση με τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής ή – πράγμα που αποτελεί μονάχα τη νομική γι’ αυτό έκφραση – με τις σχέσεις ιδιοκτησίας, μέσα στις οποίες είχαν κινηθεί ως τώρα. Από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, οι σχέσεις αυτές μεταβάλλονται σε δεσμά τους. Τότε έρχεται μια εποχή κοινωνικής επανάστασης»2 Από αυτήν την άποψη ο μαρξισμός, όχι ως δόγμα και κλειστό σύστημα αλλά ως εργαλείο στα χέρια των εκμεταλλευόμενων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων -και εν γένει της ίδιας της ανθρωπότητας, αποτελεί “πυξίδα” γνώσης και δράσης στη σύγχρονη πραγματικότητα.

Με αυτό το σκεπτικό, επιχειρούμε να εξετάσουμε κριτικά το εισαγωγικό σημείωμα του Αρντ αναπτύσσοντας τρία επιμέρους ζητήματα: α) Την ανάδειξη της διαφοράς μεταξύ της υλιστικής φιλοσοφίας του Μαρξ και της ιδεαλιστικής του Χέγκελ β) Το πλαίσιο αξιοποίησης της εγελιανής διαλεκτικής στην ανάπτυξη της μαρξικής Πολιτικής Οικονομίας γ) Τη μαρξιστική θεώρηση περί δικαίου, ηθικής και κράτους. Στην ανάλυση αυτή αξιοποιούνται έργα των κλασικών του μαρξισμού (του Μαρξ, του Ένγκελς και του Λένιν) καθώς και του σοβιετικού φιλοσόφου Β.Α Βαζιούλιν που ασχολείται με τη Λογική του Κεφαλαίου.

Η ανάδειξη της διαφοράς μεταξύ της υλιστικής φιλοσοφίας του Μαρξ και της ιδεαλιστικής του Χεγκελ

Στο εισαγωγικό του σημείωμα ο Αρντ αναφέρει σε αρκετά σημεία του πως ο Μαρξ στην πρώτη φάση του έργου του (το προσδιορίζει μέχρι τη δεκαετία του 1860) σε μεγάλο βαθμό υιοθετεί τη λογική του Χεγκελ. Συγκεκριμένα αναφέρει: «Σε αυτή τη φάση (ο Μάρξ) βρίσκει “ δάνεια” κυρίως στον Φόυερμπαχ και στην εγελιανή “Φαινομενολογία του Πνεύματος”. Με τον τρόπο αυτόν κάλυψε τα κενά των εμπειρικοεπιστημονικών μελετών και σε έναν ορισμένο βαθμό προσέδωσε κι έναν μεθοδολογικό προσανατολισμό».3 Σε άλλο σημείο αναφέρει: «εξαιτίας της διαφοράς στη χρήση των διαλεκτικών κατηγοριών δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η σύλληψη της Διαλεκτικής στον Μαρξ είναι διαφορετική σε σχέση με την απόλυτη μέθοδο του Χέγκελ».4 Αμέσως μετά καταλήγει: «Παρά τις όποιες ενδείξεις του Μαρξ ότι αξιοποιούσε ένα εξηγητικό σχήμα της Διαλεκτικής διαφορετικό από αυτό του Χέγκελ, έχω τώρα σοβαρές αμφιβολίες, αν αυτό όντως ισχύει ή η εγελιανή Διαλεκτική χρησιμεύει στον Μαρξ ως “η τελευταία λέξη της Φιλοσοφίας” της οποίας κάνει απλή επιστημονική χρήση και η αναθεώρησή της ισχύει σε πολύ μικρό βαθμό».5

Αναμφίβολα, η διαλεκτική του Χέγκελ αποτελεί μαζί με τη φιλοσοφία του Φόυερμπαχ τα βασικά εργαλεία ανάπτυξης της μαρξιστικής φιλοσοφίας. Ιδιαίτερα η διαλεκτική μέθοδος του Χέγκελ, που κατάφερε να συλλάβει τον κόσμο στην ολότητα με τις αντιφάσεις του, αξιοποιήθηκε σε πολύ σημαντικό βαθμό από τον Μαρξ ακόμα και στη συγγραφή του Κεφαλαίου(όπως θα δούμε στο και στο επόμενο κεφάλαιο).

Πριν από αυτό όμως κρίνεται σκόπιμο να αναδειχθεί η θεμελιώδης διαφορά της θεώρησης του Μαρξ από αυτήν του Χέγκελ: ο πρώτος ήταν υλιστής και ο δεύτερος ιδεαλιστής. Η διαφορά αυτή καθιστά τη διαλεκτική μέθοδο του Χέγκελ ένα εργαλείο υπερπολύτιμο μεν που όμως τίθεται σε τελείως διαφορετική βάση από τον Μαρξ και οδηγεί στη θεμελίωση μιας νέας, ριζικά διαφορετικής, φιλοσοφικής θεώρησης: της υλιστικής διαλεκτικής.

Ο Χέγκελ, στο έργο του “Η επιστήμη της Λογικής” αναφέρει: «Ο κόσμος…ποτέ και πουθενά δεν είναι χωρίς αντίφαση αλλά, αφού δεν μπορεί να την υποστηρίξει, υπόκειται στη γέννηση και την εξαφάνιση»6 Εδώ ο Χέγκελ αδυνατεί να δει ότι η γέννηση και η εξαφάνιση των υλικών, βιολογικών και κοινωνικών οντοτήτων και η αδυναμία να υπαχθούν σε αυτές αιώνια οι αντιφάσεις είναι ταυτόχρονα η βάση της ικανότητας της ύλης να διατηρείται και να αναπαράγεται ως όλο. Ακριβώς η αδυναμία αυτή καθιστά αναγκαία την παρουσία της Απόλυτης Ιδέας που είναι πέρα και πάνω από τη φύση και που είναι απαραίτητη για την αναπαραγωγή και τη συνολική διαχείρηση κι εποπτεία αυτών των αντιφάσεων. Ολόκληρη η διαλεκτική του Χέγκελ λοιπόν, παρά το τεράστιο επίτευγμά της να καταφέρει να συλλάβει τον κόσμο στην ολότητά του, με τις αντιφάσεις και την αέναη κίνησή του, εξ αντικειμένου ανάγει ολόκληρη την κίνηση αυτή στην κίνηση της Απόλυτης Ιδέας. Όπως αναφέρει και ο Μαρξ στο Κεφάλαιο: «Η μυστικοποίηση που υφίσταται η διαλεκτική στα χέρια του Χέγκελ δεν αναιρεί διόλου το γεγονός ότι πρώτος αυτός έχει εκθέσει τις γενικές της μορφές κίνησης με τρόπο καθολικό και συνειδητό. Στον Χέγκελ η διαλεκτική βρίσκεται με το κεφάλι κάτω. Χρειάζεται να την αναποδογυρίσουμε και να τη στηρίξουμε στα πόδια της για να αποκαλύψουμε τον ορθολογικό πυρήνα μέσα στο μυστικιστικό περίβλημα».7

Η διαλεκτική του Χέγκελ, λοιπόν, δε βγαίνει από την πραγματική κίνηση της ύλης και της κοινωνίας αλλά της Απόλυτης Ιδέας που κάνει τον κύκλο της από τον εαυτό της στον εαυτό της. Εφόσον κάνει κύκλο είναι φυσιολογικό ο Χέγκελ στο επίπεδο της θεωρίας -όχι της μεθόδου- να καταλήγει σ’ ένα σύστημα. Το σύστημα όμως προσδιορίζεται ως κάτι το ακίνητο, το αιώνιο. Το ίδιο σύστημα ο Μαρξ το απέρριψε μέσα από την κίνηση της ύλης που είναι συνεχής από κατώτερες προς ανώτερες μορφές. Όπως ο ίδιος αναφέρει: «Η δική μου διαλεκτική μέθοδος ως προς την βάση της δεν είναι μόνο διαφορετική από τη Χεγκελιανή, αλλά είναι το κατευθείαν αντίθετό της. Για τον Χέγκελ η διαδικασία της νόησης – που με το όνομα ιδέα το μετατρέπει μάλιστα σε αυθυπόστατο υποκείμενο – είναι ο δημιουργός του πραγματικού που αποτελεί μονάχα το εξωτερικό του φανέρωμα. Για μένα,αντίστροφα, το ιδεατό δεν είναι παρά το υλικό, μεταφερμένο και μετασχηματισμένο στον ανθρώπινο εγκέφαλο».8

Σε σχέση με την ουσιαστική διαφορά στη φιλοσοφική θεώρηση(και χρήση της διαλεκτικής) των δύο στοχαστών θα λέγαμε πως ο Χέγκελ αυτονομεί τη νόηση από τη βάση που τη δημιούργησε μετατρέποντάς την σε αυτοτελή οντότητα. Για τον Μαρξ το εξεταζόμενο αντικείμενο δεν εξαρτάται από τη νόηση του ανθρώπου. Υπάρχει ανεξάρτητα απ’ αυτήν. Αντίθετα, ο Χέγκελ εντάσσει το εξεταζόμενο αντικείμενο σε λογικές κατηγορίες. Ο ίδιος ο Μαρξ αναφέρει πως ο Χέγκελ δεν ενδιαφέρεται «για τη λογική του ίδιου του προβλήματος αλλά για το πρόβλημα της ίδιας της λογικής».9

Οι αντιφάσεις της λογικής του Χέγκελ συνοψίζονται στην φράση “Καθετι έλλογο είναι και πραγματικό. Καθετι πραγματικό είναι και έλλογο”. Ο Ένγκελς στον πρόλογο του έργου του «Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας» αναφέρει σχετικά: «Η διαλεκτική λοιπόν μετατρέπει αυτή τη θέση του Χέγκελ που εξετάζομε, στο ολωσδιόλου αντίθετο της: καθετί το πραγματικό στο πεδίο της ανθρώπινης ιστορίας αποδείχνεται με τον καιρό παράλογο, δηλαδή μ’ άλλα λόγια, καθετί το πραγματικό είναι προωρισμένο να γίνη παράλογο, καθετί το πραγματικό είναι καταδικασμένο από πριν να γίνη παράλογο και καθετί το λογικό στο ανθρώπινο κεφάλι είναι προωρισμένο να γίνη πραγματικό, οσοδήποτε κι αν συγκρούεται με την υπάρχουσα φαινομενική πραγματικότητα. Με όλους τους κανόνες της χεγκελιανής μεθόδου της νόησης, η θέση, που διακηρύχνει τη λογικότητα κάθε πραγματικού, μετατρέπεται σε άλλη θέση: καθετί που υπάρχει είναι προωρισμένο να χαθή».10

Το πλαίσιο αξιοποίησης της εγελιανής διαλεκτικής στην ανάπτυξη της Πολιτικής Οικονομίας του Μαρξ

Παραπάνω προσπαθήσαμε να αναδείξουμε τη διαφορετική βάση της χρήσης της διαλεκτικής από τον Μαρξ σε σχέση με τον Χεγκελ. Μέσα από το πρίσμα των όσων παρατέθηκαν παραπάνω μπορεί να ιδωθεί και η αναφορά του Αρντ στα πεδία ενασχόλησης των δύο στοχαστών: «Από την πλευρά του Χέγκελ αξιοποιείται η χρήση των στοιχείων της λογικής σε καθαρά φιλοσοφικό πλαίσιο: στο πλαίσιο αυτό ο Χέγκελ ασχολείται με τη φιλοσοφία του πνεύματος. Πράγματι, το μαρξιστικό εγχείρημα ασχολήθηκε πολύ λιγότερο με τη “Λογική” και πολύ περισσότερο με τη “Βάση της φιλοσοφίας του Δικαίου”, για το οποίο ο Μαρξ ήδη από το 1843 έκανε λεπτομερή κριτική και του οποίο το σχήμα ακολουθείται μέχρι το “Κεφάλαιο”».11 Στην ουσία δεν πρόκειται για απλή διαφορά όσον αφορά τα πεδία ενασχόλησης αλλά για ριζικά διαφορετικές φιλοσοφικές θεωρήσεις.

Στο κεφάλαιο αυτό θα ασχοληθούμε με τη Λογική της Πολιτικής Οικονομίας και ιδιαίτερα του “Κεφαλαίου” του Μαρξ και το πλαίσιο αξιοποίησης της εγελιανής Λογικής στην κατεύθυνση αυτή. Ο Αρντ στο εισαγωγικό του σημείωμα αναφέρει πως ο Μαρξ στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης επιστήμης, της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας σκέφτεται να αποσπάσει εμπειρικά κι επιστημονικά τις απαραίτητες γνώσεις αξιοποιώντας το φιλοσοφικό τρόπο σκέψης και ιδιαίτερα την εγελιανή φιλοσοφία.12 Ωστόσο θεωρεί πως στα χειρόγραφα του Μαρξ της περιόδου 1861-63, που αποτελούν το δεύτερο συνολικό σχέδιο του Κεφαλαίου, δεν υπάρχει πια το σαφές επικάλυμμα της εγελιανής φιλοσοφίας. Αυτή διαφαίνεται καθαρά μόνο στον πρώτο τόμο.13 Μόνο στον τόμο αυτόν ο συγγραφέας διακρίνει μια εσωτερική συνοχή καθώς υπάρχει η ανάλυση της έννοιας της αξίας, πολυπλοκότητα της κριτικής του Μαρξ για την πολιτική οικονομία και η επαγωγική ενότητα της μαρξιστικής θεωρίας.14 Στην κατεύθυνση αυτή ο συγγραφέας θεωρεί πως: «Η απόρριψη μιας ουσιοκρατικής ανάγνωσης της έννοιας της αξίας και ο προσδιορισμός της μέσω της ποσότητας της εργασίας έχει εκτεταμένες συνέπειες όσον αφορά τη σύλληψη της όλης αρχιτεκτονικής του “Κεφαλαίου” και ιδιαίτερα των ζητημάτων του τρίτου τόμου του “Κεφαλαίου” όπως το μεσό ποσοστό κέρδους, οι τιμές της παραγωγής και η μετατροπή της αξίας των τιμών».15

Ας δούμε τώρα επιγραμματικά την διάρθρωση και πορεία της Λογικής του Κεφαλαίου παραθέτοντας πρώτα την παραδοχή του ίδιου του Μαρξ σχετικά με την αξιοποίηση της εγελιανής διαλεκτικής στον πρώτο τόμο του “Κεφαλαίου”: «…Ίσα ίσα τον καιρό που επεξεργαζόμουν τον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου άρεσε στους σκυθρωπούς, στους φανατισμένους και μέτριους επιγόνους που σήμερα δίνουν τον τόνο στη μορφωμένη Γερμανία, να μεταχειρίζονται τον Χέγκελ (…) σαν «ψόφιο σκυλί». Γι’ αυτό αναγνώρισα ανοιχτά τον εαυτό μου μαθητή εκείνου του μεγάλου στοχαστή, και στο κεφάλαιο για τη θεωρία της αξίας ερωτοτρόπησα μάλιστα που και που με τον τρόπο έκφρασης που τον χαρακτηρίζει».16

Ο Λένιν έγραψε σχετικά: «Είναι αδύνατο να κατανοηθεί πλήρως το «Κεφάλαιο» του Μαρξ και ιδιαίτερα το πρώτο του κεφάλαιο, χωρίς να έχει μελετηθεί και χωρίς να έχει κατανοηθεί ολόκληρη η Λογική του Χέγκελ. Συνεπώς, κανένας από τους μαρξιστές δεν κατανόησε τον Μαρξ εδώ και ½ αιώνα!!»17

Σε γενικό επίπεδο στο σχήμα της Λογικής του Κεφαλαίου διαφαίνονται κοινά χαρακτηριστικά με την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ. Ο Μαρξ στο “Κεφάλαιο” ξεκινά εξετάζοντας τις έννοιες “εμπόρευμα” και “χρήμα” κι όχι με τον ορισμό της έννοιας του “κεφαλαίου” τον οποίο αποκαλύπτει αργότερα. Συνεχίζοντας ο Μαρξ αναδεικνύει τη μετατροπή του χρήματος σε κεφάλαιο, αποδεικνύοντας -στην ουσία- τη διαδικασία παραγωγής του κεφαλαίου. Ο δεύτερος τόμος ασχολείται με την κυκλοφορία των εμπορευμάτων και του χρήματος. Ουσιαστικά εξετάζει τα χαρακτηριστικά του χρηματιστικού κι εμπορικού κεφαλαίου. Ο τρίτος τόμος ασχολείται με την ενότητα των διαδικασιών της παραγωγής και της κυκλοφορίας του κεφαλαίου.18

Ιδιαίτερα για τον πρώτο τόμο που είναι εμφανής η εγελιανή επιρροή ο Μαρξ αρχίζει τη διερεύνηση του εμπορεύματος με βάση την αξία χρήσης του, που αποτελεί την κατηγορία του “είναι”, της επιφάνειας του εμπορεύματος. Στη συνέχεια εξετάζοντας τις κοινωνικές σχέσεις που κρύβονται πίσω από την αξία χρήσης ο Μαρξ διέκρινε την αξία, δηλαδή το αποτέλεσμα της κοινωνικά μέσης εργασίας. Η έννοια της αξίας απεικονίζει για τον Μαρξ την “ουσία” και η σύνδεση της αξίας και της αξίας χρήσης συνιστά το “φαινόμενο” του εμπορεύματος. Στη συνέχεια περνάει στη μελέτη του χρήματος και τα χαρακτηριστικά της συνολικής κίνησης όλων των εμπορευμάτων, δηλαδή στην “πραγματικότητα”.19

Με τον τρόπο αυτόν η κίνηση της νόησης του Μαρξ μοιάζει με την πορεία της λογικής του Χέγκελ από το είναι, στην ουσία, στο φαινόμενο κι από εκεί στην πραγματικότητα. Η ομοιότητα αυτή όμως δε μαρτυρά αυτούσια μεταφορά της εγελιανής λογικής στο έργο του Μαρξ. Κι αυτό γιατί για τον ιδεαλιστή Χεγκελ το “είναι” ταυτίζεται με το απόλυτο. Από αυτήν την άποψη αποκόπτεται από την πραγματικότητα, υπάρχει πέρα και πάνω από αυτήν. Αντίθετα ο Μαρξ βλέπει τον κόσμο στην ολότητά του. Ο Β.Α Βαζιούλιν αναφέρει σχετικά: «Η λογική του Κεφαλαίου σαν υλιστική λογική δεν σημαίνει εναπόθεση, πάνω στα πράγματα, των ιδεών, των κατηγοριών και αναγωγή σε αυτές των πραγμάτων, αλλά απεικόνιση στις ιδέες, στις κατηγορίες της λογικής των πραγμάτων τα οποία δεν εξαρτώνται από τη νόηση και που διαθέτουν τη δική τους ιδιαιτερότητα, με την οποία η νόηση είναι υποχρεωμένη να συμμορφώνεται κατά την απεικόνιση του κάθε νέου αντικειμένου.»20

Η μαρξιστική θεώρηση περί δικαίου, ηθικής και κράτους

Στη συνέχεια του εισαγωγικού σημειώματος ο Αρντ συνδέει τη συζήτηση σχετικά με τη θεωρία της αξίας με την αναζήτηση της σκοπιάς από την οποία ο Μαρξ διατυπώνει την κριτική στον καπιταλισμό και της κατεύθυνσης στην οποία στοχεύει. Αναφέρει σχετικά πως ο Μαρξ «στοχεύει όχι στην κατάργηση της εργασίας, αλλά στην κατάργηση της εργασίας ως προοπτική μιας μετακαπιταλιστικής κοινωνίας». Στην κατεύθυνση αυτή ο Αρντ επικαλείται και υιοθετεί την κριτική του Moishe Postone. Ο Postone διατυπώνει τη θέση ότι ο σοσιαλισμός δεν πρέπει να ταυτίζεται με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και την παραγωγή προϊόντων για διανομή καθώς έτσι καταλήγει σε στασιμότητα και επανέρχεται η ίδια (καπιταλιστική) λογική.21

Αναπτύσσοντας τη συλλογιστική του ο Αρντ οδηγείται στην αναγκαιότητα διερεύνησης των ζητημάτων δικαιοσύνης και ηθικής στο έργο του Μαρξ. Στο επίπεδο αυτό κάνοντας χρήση των όρων του αφηρημένου δικαίου του Χέγκελ “κατ’ επίγνωσιν ηθικότητα” ή “ατομική ηθική”(Moralität) και “καθ’ έξιν ηθικότητα” ή “κοινωνική ηθική”(Sittlichkeit) θέτει τον Μαρξ και τον Χέγκελ στην ίδια κατηγορία: «Γενικότερα από τη σκοπιά της ηθικής ισχύει ότι ο Μαρξ χρησιμοποιώντας σαν βάση τους εγελιανούς τόμους κινήθηκε στο πλαίσιο της δημιουργίας θεωρίας της κοινωνικής (Sittlichkeit) και όχι ατομικής ηθικής(Moralität)».22 Παρακάτω αναφέρει: «Επίμαχο δεν είναι τόσο το ερώτημα “Ηθικό ή Ανήθικο” αλλά το πρόβλημα της αιτιολόγησης της κανονιστικότητας σε ιστορικά καθορισμένες “ηθικές” αναλογίες».23 Παρόλα αυτά ο συγγραφέας διευκρινίζει πως ο Μαρξ πουθενά δεν επιτίθεται στις προσωπικές ελευθερίες αλλά εντάσσει την αυτοδιάθεση, την ελευθερία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια στο πλαίσιο των εννοιών μιας μετα-καπιταλιστικής κοινωνίας. Τέλος, τονίζεται η αναγκαιότητα διερεύνησης της περί δικαίου σκέψης του Μαρξ, καθώς μια συνολική δουλειά σε αυτήν την κατεύθυνση δεν έχει ακόμα υπάρξει.24 Ο Αρντ θεωρεί πως δεν έχει διατυπωθεί καμία θεωρία του δικαίου, της πολιτικής και του κράτους από τον Μαρξ καθώς οι περιστασιακές αναφορές του Μαρξ σε αυτά τα ζητήματα αποτελούν παρεμβάσεις σε κοινωνικά κινήματα κι όχι μια ολοκληρωμένη θεωρία.25

Όσον αφορά το ζήτημα της “κατάργησης” της εργασίας που θίγεται στο εισαγωγικό σημείωμα του Αρντ, θεωρώ πως ο Μαρξ δεν έθεσε ένα τετοιο καθήκον ως άμεσο καθώς οι υλικοί όροι της οικονομίας και της κοινωνίας, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και το επίπεδο συνείδησης της κοινωνίας, δεν επιτρέπουν να τεθεί ένα τέτοιο ζήτημα άμεσα προς επίλυση. Ο ίδιος έγραψε: «..Νέες ανώτερες παραγωγικές σχέσεις ποτέ δεν εμφανίζονται προτού ωριμάσουν οι υλικοί όροι της ύπαρξής τους, μέσα στους κόλπους της ίδιας της παλιάς κοινωνίας. Γι’ αυτό η ανθρωπότητα βάζει πάντα μπροστά της μόνο τα καθήκοντα εκείνα που μπορεί να λύσει, γιατί με μια προσεκτικότερη εξέταση γίνεται πάντα φανερό, ότι το ίδιο το καθήκον ξεπηδάει μόνο τότε, όταν οι υλικοί όροι για τη λύση του υπάρχουν κιόλας ή τουλάχιστον βρίσκονται στην πορεία του γίγνεσθαι». 26 Ως εκ τούτου ο Μαρξ θέτει ως ζήτημα προς επίλυση την απελευθέρωση της εργατικής τάξης: «Απ’ όλα τα μέσα παραγωγής η μεγαλύτερη παραγωγική δύναμη είναι η ίδια η επαναστατική τάξη. Η οργάνωση των επαναστατικών στοιχείων σε τάξη προϋποθέτει ότι υπάρχουν όλες οι παραγωγικές δυνάμεις που μπορούσαν να αναπτυχθούν στα σπλάχνα της παλιάς κοινωνίας»27

Η εργατική τάξη απελευθερώνεται μέσα από ένα γενικευμένο προτσές σε όλες τις χώρες με κοινό στοιχείο την Δικτατορία του Προλεταριάτου(ΔτΠ). Η ΔτΠ ως μορφή κράτους(αυτή τη φορά όμως κράτους της πλειοψηφίας και όχι της μειοψηφίας) στην πορεία ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και της συνείδησης της κοινωνίας, απονεκρώνεται σταδιακά. Δια μέσου αυτής της απονέκρωσης καρταργείται και η εργασία με τη σημερινή της μορφή. Η ανθρωπότητα περνά από το “βασίλειο της αναγκαιότητας” στο “βασίλειο της ελευθερίας”. Ο Μαρξ σε επιστολή του προς το Weydemeyer (5-3-1852) ανέφερε σχετικά: « ..δεν ανήκει σε μένα η τιμή ότι ανακάλυψα την ύπαρξη των τάξεων στη σύγχρονη κοινωνία, όπως και την πάλη που διεξάγουν μεταξύ τους (…) το νέο που έφερα είναι: 1) ότι απέδειξα ότι η ύπαρξη των τάξεων είναι συνδεδεμένη με καθορισμένες ιστορικές φάσεις της ανάπτυξης της παραγωγής. 2) ότι η πάλη των τάξεων οδηγεί αναγκαστικά στη δικτατορία του προλεταριάτου και 3) ότι η ίδια αυτή η δικτατορία δεν αντιπροσωπεύει παρά μια μετάβαση προς την κατάργηση όλων των τάξεων και προς μια κοινωνία δίχως τάξεις».28

Για να κατανοηθεί καλύτερα η μαρξιστική προσέγγιση στο ζήτημα του κράτους και η διατύπωση της θέσης για την ΔτΠ θα πρέπει να δούμε το τι αντιπροσωπεύει το κράτος στις ταξικές-εκμεταλλευτικές κοινωνίες. Ο Ένγκελς στο έργο του “Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους” καταφέρνει να μας δώσει την ουσία αυτού του κράτους αναδεικνύοντας και τη διαφορετική προσέγγιση του μαρξισμού σε σχέση με την θεώρηση του Χέγκελ στο συγκεκριμένο ζήτημα: «Το κράτος δεν είναι καθόλου μια δύναμη που επιβλήθηκε στην κοινωνία απ’ έξω. Το κράτος δεν είναι επίσης «η πραγμάτωσης της ηθικής ιδέας», ή «η εικόνα και η πραγματικότητα του λογικού», όπως ισχυρίζεται ο Χέγκελ. Το κράτος είναι προϊόν της κοινωνίας σε ορισμένη βαθμίδα εξέλιξης της. Είναι η ομολογία ότι η κοινωνία αυτή μπερδεύτηκε σε μιαν άλυτη αντίφαση με τον εαυτό της, διασπάστηκε σε ασυμφιλίωτες αντιθέσεις, που δεν έχει τη δύναμη να τις εξορκίσει. Και για να μη φθείρουν τον εαυτό τους και την κοινωνία σε έναν άκαρπο αγώνα αυτές οι αντιθέσεις, οι τάξεις με τ’ αντιμαχόμενα οικονομικά συμφέροντα, έγινε αναγκαία μια δύναμη, που φαινομενικά στέκει πάνω από την κοινωνία, για να μετριάζει τη σύγκρουση, για να την κρατεί μέσα στα όρια της «τάξεως». Κι η δύναμη αυτή, που βγήκε από την κοινωνία, μα που βάζει τον εαυτό της πάνω απ’ αυτήν, που όλο και περισσότερο αποξενώνεται απ’ αυτήν, είναι το κράτος».29

Τα παραπάνω μας βοηθούν να προσεγγίσουμε και τα ζητήματα της ηθικής και του δικαίου που επίσης θίγονται στο εισαγωγικό σημείωμα του Αρντ. Στην κατεύθυνση αυτή καλό είναι να δούμε πρώτα σε ποιά πλαίσια εντάσσει ο Μαρξ αυτούς τους τομείς. Όπως αναφέρεται στον πρόλογο της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας: «Στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους, οι άνθρωποι έρχονται σε καθορισμένες, αναγκαίες, ανεξάρτητες από τη θέληση τους σχέσεις, σε παραγωγικές σχέσεις που αντιστοιχούν σε μια ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων. Το σύνολο αυτών των παραγωγικών σχέσεων αποτελεί την οικονομική διάρθρωση της κοινωνίας, την πραγματική βάση, που πάνω της υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα και στην οποία αντιστοιχούν ορισμένες μορφές κοινωνικής συνείδησης. Ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει την κοινωνική, πολιτική και πνευματική πορεία (προτσές) της ζωής γενικά. Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει το είναι τους, μα αντίθετα το κοινωνικό είναι τους καθορίζει τη συνείδηση τους»30 Αμέσως παρακάτω αναφέρεται: «Με την αλλαγή της οικονομικής βάσης ανατρέπεται αργότερα ή γοργότερα, ολόκληρο το τεράστιο εποικοδόμημα».31 Από εδώ φαίνεται πως το δίκαιο και η ηθική εντάσσονται από τον Μαρξ στο εποικοδόμημα και αλληλεπιδρούν με τη βάση στα πλαίσια που καθορίζονται από την κίνηση της βάσης.

Ουδέποτε ο Μαρξ εξέτασσε αυτά τα ζητήματα ξεκομμένα από τη βάση τους. Επομένως οποιαδήποτε αυτόνομη εξέταση τέτοιων ζητημάτων δεν συνιστά ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας αλλά αναθεώρησή της και διαμόρφωση ενός διαφορετικού αντικειμένου. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μαρξ: «Το δίκαιο δεν μπορεί ποτέ να είναι ανώτερο από την οικονομική διαμόρφωση και την καθοριζόμενη απ’ αυτήν πολιτιστική ανάπτυξη της κοινωνίας».32 Σε αυτήν την κατεύθυνση ο Λένιν σημείωσε: «Το σύστημα της ιδιοποίησης της υπερεργασίας των προσκολλημένων στη γη δουλοπάροικων αγροτών, δημιούργησε την ηθική της δουλοπαροικίας· το σύστημα της “ελεύθερης εργασίας” του εργαζόμενου “για λογαριασμό του άλλου”, για λογαριασμό δηλαδή του κατόχου του χρήματος, αντικατέστησε τη φεουδαρχική ηθική με την αστική ηθική».33

Η ηθική αναμόρφωση των ατόμων μιας κοινωνίας, η μεταβολή δηλαδή της συνείδησής τους, δεν μπορεί να γίνει αυθαίρετα. Η κατεύθυνση αυτής της μεταβολής έχει πάντοτε τη βάση της στην υλική ζωή, στις ανάγκες της κοινωνικής -και εν γένει οικονομικής- ανάπτυξης. Η κοινωνική επικοινωνία στο σύνολό της βασίζεται πάνω στις παραγωγικές σχέσεις και σε γενικές γραμμές καθορίζεται από αυτές. Με αυτόν τον τρόπο η ηθική ως ρυθμιστής της ανθρώπινης επικοινωνίας, σε όλες τις κοινωνίες είναι προϊόν των παραγωγικών σχέσεων.34 Ο Ένγκελς στο έργο του “Αντι-Ντύρινγκ” σημείωσε επ’ αυτού: «Οι άνθρωποι συνειδητά ή ασυνείδητα παράγουν τις ηθικές τους ιδέες από τις πρακτικές τους σχέσεις, στις οποίες είναι βασισμένη η ταξική τους θέση -από τις οικονομικές σχέσεις με βάση τις οποίες γίνεται η παραγωγή και η ανταλλαγή… Όλες οι προηγούμενες ηθικές θεωρίες, σε τελική ανάλυση είναι προϊόντα του οικονομικού επιπέδου, στο οποίο έχει φτάσει η κοινωνία στη συγκεκριμένη αυτή εποχή».35

Ο μαρξισμός ανέτρεψε όλες τις προσπάθειες διαμόρφωσης ενός απόλυτου συστήματος ηθικής, που θα είναι ανεξάρτητο από τις κοινωνικές σχέσεις και κατάλληλο για όλους τους λαούς. Με τον τρόπο αυτόν βρήκε την πραγματική ανθρώπινη ηθική στην εργατική τάξη που έχει ιστορική αποστολή να εξαφανίσει την καπιταλιστική εκμετάλλευση και κάθε λογής εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο δημιουργώντας την κοινωνία που θα βασίζεται σε πραγματικά ανθρώπινες σχέσεις, την κομμουνιστική κοινωνία. Από αυτήν την άποψη η μαρξιστική ηθική δεν διαμορφώνει κανόνες, δεν κάνει “ηθικολογία” έχοντας σαν βάση την αιώνια φύση του ανθρώπου, δεν καθιερώνει κανόνες ανεξάρτητα από την ιστορία και τις ανάγκες της κοινωνίας. Αντίθετα, με βάση τους νόμους της κοινωνικής ανάπτυξης η μαρξιστική ηθική αναδεικνύει τους λόγους που σε μια ορισμένη εποχή κυριαρχούν συγκεκριμένοι κανόνες και αρχές και αποκαλύπτει τις αιτίες για τις οποίες αυτές οι αρχές μεταβάλλονται. Με τον τρόπο αυτόν αναδεικνύεται η εσωτερική νομοτέλεια της ηθικής προόδου.36 Ο Ένγκελς ανέφερε σχετικά: «Όπως η κοινωνία μέχρι τώρα κινιόταν μέσα από ταξικές αντιθέσεις, έτσι και η ηθική ήταν πάντα ταξική. (..) Μια πραγματική ανθρώπινη ηθική πάνω από τις ταξικές αντιθέσεις και πάνω από τις ταξικές επιβιώσεις στη μνήμη των ανθρώπων, μπορεί μόνο να υπάρχει σε μια κοινωνική βαθμίδα, στην οποία οι ταξικές αντιθέσεις θα έχουν όχι μόνο ξεπεραστεί, αλλά θα έχουν ξεχαστεί στην πράξη της ζωής».37 Μία τέτοια ηθική εκφράζει τις αρχές της ελεύθερης δράσης σε «μια ένωση όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός ξεχωριστά θα συνιστά όρο για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων».38

Επίλογος

Παρακολουθώντας το σκεπτικό του Αρντ επιχειρήθηκε να αναδειχθεί: α) η επικαιρότητα της μαρξιστικής θεωρίας β) η διαφορά ανάμεσα στην υλιστική διαλεκτική του Μαρξ και αυτήν του Χέγκελ γ) ορισμενα στοιχεία σχετικά με τη Λογική του Κεφαλαίου και δ) βασικά στοιχεία της αντίληψης του μαρξισμού περί ηθικής και δικαίου. Δε θα μπορούσε να υποστηριχθεί επιλογικά με καλύτερο τρόπο το περιεχόμενο της εργασίας παρά με την παράθεση του παρακάτω αποσπάσματος του σπουδαίου μαρξιστή διανοούμενου του 20ου αιώνα, Καθηγητή Πανεπιστημίου και Πρύτανη του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Νίκου Κιτσίκη(1887-1978): «Η μαρξιστική φιλοσοφία αποβλέπει στο μετασχηματισμό του κόσμου και σε όλες τις μορφές κοινωνικής δραστηριότητας, την τεχνική, οικονομική, επιστημονική, καλλιτεχνική και ηθική δημιουργία. Αποβλέπει στον άνθρωπο σαν αποτέλεσμα της εργασίας του. (…) Οι πρόοδοι της τεχνικής ανοίγουν καινούριες δυνατότητες, αλλά και καινούριες ανάγκες που πρέπει να ικανοποιηθούν με νέες προόδους της τεχνικής. Η αλληλουχία προόδου και αναγκών με ανοδική πορεία και των παραγόντων συνεχίζεται και θα έχει σαν αποτέλεσμα την εξύψωση του ανθρώπου… Ο μαρξισμός(…) είναι συντελεστής αλλαγών και μάλιστα ουσιώδης. Υποβοηθάει την απρόσκοπτη, τολμηρή επιστημονική δημιουργία, δυναμώνει την πεποίθηση στην επιτυχία, γιατί την απαλλάσσει από ανασταλτικές της προόδου φιλοσοφίες. Της ανοίγει το δρόμο για την κατάκτηση της φύσεως και παρεμβαίνει όχι μόνο για την εξήγηση των φαινομένων της αλλά και για τη δημιουργία τους. Η θριαμβευτική διαλεκτική πορεία συνεχίζεται προς καινούριες επιστημονικές και κοινωνικές κατακτήσεις, προς καινούριους μετασχηματισμούς που έχουν στόχους αλλ’ όχι τέρμα».39

Βιβλιογραφία

Arndt, Andreas. (2012). Karl Marx. Versuch über den Zusammenhang seiner Theorie. Berlin: Akademie-Verl.

Conforth, M. Γνωσιολογία. Αθήνα: Πέλλα

Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ-Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων. Μαρξιστική Ηθική. Αθήνα: Αναγωστίδης.

Βαζιούλιν, Β.Α. (1987). Το σύστημα της λογικής του Χέγκελ και το σύστημα της λογικής στο “Κεφάλαιο” του Μάρξ. Επιστημονική σκέψη. 36. 75-82. Διαθέσιμο και στον διαδικτυακό τόπο: http://www.ilhs.tuc.gr/gr/LogikiHegel.htm

Ένγκελς, Φρ. (2006). Αντι-Ντύρινγκ, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Ένγκελς, Φρ. (2013). Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους. Αθήνα: Σύγχρονη εποχή.

Ένγκελς, Φρ. (2001). Ο Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας. Αθήνα: Προσκήνιο.

Λένιν, Β.Ι. (1986). Το οικονομικό περιεχόμενο του ναροντνισμού και η κριτική στο βιβλίο του Στρούβε, Άπαντα, τ.1. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ., Ένγκελς, Φρ. (1980). Διαλεχτά Έργα. Αθήνα: Αλφειός.

Μαρξ, Κ., Ενγκελς, Φρ. (2010). Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος. Αθήνα: Εφημερίδα “Το Βήμα”.

Μαρξ, Κ. Η αθλιότητα της φιλοσοφίας. Αθήνα: Αναγνωστίδης.

Μαρξ, Κ. (1976). Το Κεφάλαιο, τόμος 1. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ. (1976). Κριτική της πολιτικής οικονομίας. Αθήνα: Οικονομική και Φιλοσοφική βιβλιοθήκη.

Μαρξ, Κ. (1983). Κριτική του Προγράμματος της Γκότα. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Χέγκελ, Γκ.Β.Φρ. (1951) The Science of Logic τόμος 1. Λονδίνο: George Allen and Unwin.

1Arndt, Andreas: Karl Marx. Versuch über den Zusammenhang seiner Theorie, 2η εκδ., Berlin Akademie-Verl. 2012, σ. 259

2 Μαρξ, Κ.: Κριτική της πολιτικής οικονομίας. Αθήνα: Οικονομική και Φιλοσοφική βιβλιοθήκη,1956, σ.7

3Arndt, ο.π, σ.258

4ο.π, σ.259

5ο.π, σ.259

6Χέγκελ, The Science of Logic, George Allen and Unwin, Λονδίνο 1951, τομ.1, σ.253

7Μαρξ, Κ.: Το Κεφάλαιο. Σύγχρονη Εποχή, τομ.1, σ.26

8ο.π, σ.25

9ο.π, σ.330

10Ένγκελς, Φρ., Ο Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας, εκδ. Προσκήνιο, 2001, σσ. 65-66

11Arndt, A., ο.π, σ.259

12ο.π, σ.258

13ο.π, σ.258

14ο.π, σ.260

15ο.π, σ.260

16Μαρξ, Κ., ο.π, σ.26

17 Λένιν Β.Ι. Άπαντα, τ. 29. σελ. 162.

18Βαζιούλιν, Β.Α, Το σύστημα της λογικής του Χέγκελ και το σύστημα της λογικής στο “Κεφάλαιο” του Μάρξ, Επιστημονική σκέψη, Νο36, 1987, σσ.75-82, διαθέσιμο στον διαδικτυακό τόπο: http://www.ilhs.tuc.gr/gr/LogikiHegel.htm

19ο.π

20ο.π

21Arndt,A., ο.π, σ.260

22ο.π, σ.261

23ο.π, σ.261

24ο.π,σ.261

25ο.π, σ.262

26Μαρξ, Κ., Ένγκελς, Φρ., Διαλεχτά Έργα, εκδ. Αλφειός, 1980, τ.1, σ.425

27Μαρξ, Κ., Η αθλιότητα της φιλοσοφίας, εκδ. Αναγνωστίδη, σ.173

28Μαρξ, Κ., Ένγκελς, Φρ., ο.π, σ.530

29Ένγκελς, Φρ., Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, εκδ. Σύγχρονη εποχή, σ.210

30 Μαρξ, Κ.: Κριτική της πολιτικής οικονομίας. Αθήνα: Οικονομική και Φιλοσοφική βιβλιοθήκη,1956, σ.7

31ο.π, σ.7

32Μαρξ, Κ., Κριτική του Προγράμματος της Γκότα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1983, σ.14

33Λένιν, Β.Ι, Το οικονομικό περιεχόμενο του ναροντνισμού και η κριτική στο βιβλίο του Στρούβε, Άπαντα, τ.1, σ.400

34Conforth, M., Γνωσιολογία, εκδ. Πέλλα, σ.276

35Ένγκελς, Φρ., Αντι-Ντύρινγκ, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2006, σ. 120

36Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ-Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων, Μαρξιστική Ηθική, εκδ. Αναγωστίδης, σ.51-52

37Ένγκελς, Φρ., ο.π, σ.121

38 Μαρξ, Κ., Ενγκελς, Φρ., Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, ειδική εκδ. για την εφημερίδα “Το Βήμα”, 2010, σ.45

39Διαθέσιμο στον διαδικτυακό τόπο: http://library.tee.gr/digital/techr/1986/afieroma_nikos_kitsikis/techr_1986_1_62_70.pdf

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s